Τις μέρες του Πάσχα τις πέρασα στο χωριό. Αρνιά, κατσίκια, κοκορέτσια. Η εποχή είναι πάντα όμορφη, οι εναλλαγές του καιρού συνεχείς: για κάποιο λόγο, το Πάσχα το έχω συνδυάσει όχι με ηλιόλουστες μέρες, αλλά συννεφιά με μπόρες που κατεβαίνουν από τα βουνά της Αρκαδίας και δίνουν στο τοπίο κατά μήκος του Κορινθιακού κόλπου μια πένθιμη (αλλά και πολύ ατμοσφαιρική) απόχρωση. Μάλλον ταιριάζουν στο πνεύμα των ημερών.
Στο χωριό οι συναντήσεις με συγγενείς και γνωστούς και η ανταλλαγή νέων (και κουτσομπολιών) είναι στα εκ των ουκ άνευ. Και φυσικά η πρεμούρα των γονιών με τους γάμους. "Αχ, στο ράφι θα μείνουν τα παιδιά μας". Και έτσι ανάμεσα σε κάρβουνα, ταψιά και ψητά και Πάριο περνάει η γιορτή μελαγχολικά, με τη συγκυρία σαν κατάρα που βαραίνει την οικογένεια, λες και από κάποια γωνιά θα εμφανιστεί ο από μηχανής γαμπρός, η νύφη, τα πεθερικά και θα τους λυτρώσουν όλους. Μόνο οι πορσελάνες και τα κρύσταλλα λείπουν.
Πρώην που παντρεύτηκε και έκανε παιδί και καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι. Ο betabug μου είπε πρόσφατα αναπαράγοντας τα λόγια του Willhelm Busch, "Vater werden ist nicht schwer, Vater sein dagegen sehr". Τις προάλλες σε μπαρ, μια κοπέλα της παρέας που είχα βγει, μου την έπεφτε εντελώς απροκάλυπτα και ψιλομεθυσμένη καθώς ήταν με ρωτούσε μεγαλόφωνα (είχαμε γίνει βούκινο):
"Γιατί είσαι μόνος σου;"
"Δε θέλεις να κάνεις παιδιά;"
"Δε θέλεις να παντρευτείς;"
Λάθος ερώτηση: πριν φτάσουμε στο γάμο...ας γυρίσουμε την ταινία λίίίγο πιο πίσω... και να θέσουμε το ερώτημα αλλιώς: "γιατί δε θέλουμε να κάνουμε όμορφες σχέσεις;" Μα φυσικά, γιατί περνάμε καλά και μόνοι μας! Η ζωή μας σήμερα μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε ένα σωρό πράγματα κλεισμένοι στον εγωισμό μας, μπορούμε να μας παρέχουμε τα πάντα χωρίς να νοιώθουμε την ανάγκη να το μοιραστούμε με έναν άλλο. Χωρίς να εκτειθόμαστε, χωρίς να πληγωνόμαστε. Αποφεύγουμε το ρίσκο να αγαπήσουμε προκειμένου να αποφύγουμε και τον ελάχιστο πόνο. Σαν άρρωστος από καρκίνο που πριν από το χειρουργείο φοβάται την αναισθητική ένεση για να μην πονέσει. Και έτσι προτιμούμε να πλάθουμε ουτοπικούς έρωτες μέσα στα όνειρα για μια μοιρασιά που μάλλον δε θα έρθει ποτέ, αφήνοντας το εγώ μας να μας κουμαντάρει στην πραγματική ζωή. Το όραμα δε γίνεται ποτέ πράξη, γιατί απλούστατα αναπαράγεται μέσα στο κεφάλι και δεν φτάνει ποτέ έξω. Και φτιάχνουμε ένα πανέμορφο κήπο στην πίσω αυλή του μυαλού μας, που όμως δε μπορούμε να μοιραστούμε με κανένα γιατί είναι φτιαγμένος να χωράει μόνο εμάς τους ίδιους.
"Γιατί δε θέλεις να παντρευτείς;"
Ο γάμος είναι σαν το αυτοκίνητο: το αγοράζεις μάλλον επειδή έχουν και οι άλλοι, παρά επειδή το έχεις πραγματικά ανάγκη. Και αρχίζεις να ανακαλύπτεις ότι τελικά αυτό που ήθελες πραγματικά είναι πολύ διαφορετικό, έχεις φεσωθεί στα δάνεια για να το πάρεις, σου αποστερεί άλλα πράγματα, σου κοστίζει σε τέλη, ασφάλειες, ανταλλακτικά, βενζίνες, το 4x4 δε σου χρειάζεται γιατί στα χιόνια πας σπάνια ενώ δε στην Αθήνα χιονίζει μια φορά στα 3-4 χρόνια και δε μπορείς να κάνεις απόσβεση, είναι γκουμούτσα δε μπορείς να το παρκάρεις πουθενά, στο γρατζουνάνε, δεν το χαίρεσαι... Επιμένεις να το έχεις όμως, μάλλον γιατί είναι "το αυτοκίνητό σου", ο αμφίβολος ζωτικός χώρος σου στη ζούγκλα του "έξω κόσμου", παρά γιατί σε εξυπηρετεί...
"Παντρεύτηκε για λόγους ανωτέρας βίας..."
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα vacation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα vacation. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
22.4.09
30.3.09
Carnival in Skyros
The island is a personal must; it has many things I adore: a jagged landscape, diversified with forested areas in one side and rough treeless slopes on the other, local folk traditions continuing strong and a very vivid, deeply pagan carnival with loyal fans.
Until the last moment, there was a small debate between me and my companion of going there or not, since the weather forecast for the holiday was quite bad. My initial plans were to go there by motorbike, but F. 's strong objection made me take my car.
The route from Athens to the ferry port of Kymi was changing continuously from rain to sunshine in a very frequent rate, though very scenical and picturesque. When reaching Kymi, the ferry agent informed us that in the hearing of the bad weather, there were some passenger car tickets cancelations which gave us the opportunity to bring the car to the island and thus relieve us of some 70 euros from our pockets.
Shortly after the fully-packed ferry 's got off the Kymi port to the open sea, it started braving a gale-force wind accompanied by thick and wet snowflakes, ramming onto the deck, making everybody in the gallery staring with an open mouth. The ferry 's deep banking was making the passengers unrest but nontheless, remaining very talkative and loudy. In the distance, the snow-powdered lower altitudes around Kymi were revealing a very unusual scenery for us the people of the cities, but not uncommon for the local, both mainlanders and islanders. In about 10 minutes, the storm ended and a hopeful sun appeared; it was the only bad weather to appear for the whole of the holiday.
The Carnival: The sight of Γέρος, the prominent figure of the sheepherd in black, thick wollen cloak, the 40-50 sheep bells strapped around his waist whom shakes and creates a thunderous noise, as if to scare away the goblins. He covers his face in a mask of an aborted tiny goat skin. The whole sight looks awesome and makes the passers step aside to let him pass, being ecstasized of the enormous noise of the bells created by jumping here and there in the narrow cobblestone streets of the island 's capital. Often he is accompanied by a Κορέλα, a man (or recently a role played also by a woman) dressed in the island 's traditional dress with the face covered by a scarf dancing around him and waving another one. It is said that the figure of Γέρος is apparently a shepherd that most possibly lost his sheep in a storm, gathered their bells and coming down to his cottage in sadness and anger and Κορέλα tries to comfort him. The celebrations reach their peak on Sunday, where 20-30 Γέροι and Κορέλες can be seen gathered together, grooving in ecstasy and shaking their bells and us the tourists taking pictures of them. It is very interesting that almost the same tradition appears in the Mamoiada village in Sardegna, where the Mamuthones in almsot very similar outfit are striking their bells: http://www.museodellemaschere.it/museo.htm and http://www.stonepages.com/sardinia/sites/mamuthone.html
The Lent is another surprise: all of the people were down on the streets, having put tables, eating, drinking and treating the passers, knwn or not, from early midday to midnight and even later. Almost every local was dressed in the traditional costume, I even noticed some British and Dutch women wearing it! What I liked at most was the friendliness of the people and a common sense of celebration, no just another boring visit to an uknown place, just waiting for the next week to start.
I also visited the Rupert Brooke 's grave in the southern part of the island, a young British pro-war poet perished by malaria and buried there, while en route to Galipoli, scenery of the notorious 1st World War battle, while serving as a soldier. The grave lies in a small olive grove and can be passed almost unnoticed: no signs, no path, nothing; unless told so by the young guard of the military base, not far away from there.
Up on the hills, close to Brooke 's grave, a small heights meadow with a pond had attracted our attention: some of the famous Skyros dwarf-horses had come down off the mountain to relieve their thirst. Wild as hey are, they couldn 't accept our presence, and after we got too close, they fled. Hopefully, I managed to take some pictures of them, thanks to my 300mm telephoto lens.
6.10.08
Σαββατοκύριακο στη Γκιώνα
Εδώ και 2 εβδομάδες περίπου, είχα αποφασίσει να συμμετέχω στην εκδρομή του ορειβατικού συλλόγου στη Γκιώνα. Η εκδρομή περιλάμβανε σύντομη ανάβαση 1-1,5 ώρας από τα Μνήματα στη Βαθιά Λάκκα το Σάββατο, διανυκτέρευση στις σκηνές και την επόμενη διάσχιση του ρέματος της Ρεκάς, αφήνοντας την Πυραμίδα της Γκιώνας δεξιά. Ένας τελευταίος έλεγχος σε επιλεγμένες διαδικτυακές σελίδες του καιρού το πρωί του Σαββάτου, για να σχηματίσω την (προσωπική μου) πρόγνωση για τις παρακάτω συνθήκες (μιλώντας για πάντα τις "αστικές" και υπαίθριες" προγνώσεις, αγνοώντας την αστάθεια και αδυναμία πρόβλεψης του καιρού σε ένα βουνό): επέλαση μετώπου κακοκαιρίας το βράδυ Σαββάτου προς Κυριακή από δυτικά προς ανατολικά στο ύψος της Κεντρικής Ελλάδας με έναρξη βροχόπτωσης στο διάστημα 00:00-03:00 Σαββάτου προς Κυριακή και στη συνέχεια ισχυρούς ανέμους κυρίως στην Ανατολική Ελλάδα με μεγάλη πτώση θερμοκρασίας.
Άφιξη στην αρχή του μονοπατιού: 13:00 Σαββάτου. Ξεκίνημα πεζοπορίας: 14:00. Φτάσαμε στο σημείο που θα διανυκτερεύαμε κατά τις 16:00, σε ένα μικροσκοπικό λιβάδι λίγο πιο κάτω από τη Βαθιά Λάκκα και μεταξύ της και της κορυφής Βούτσικα, με τον καιρό πολύ συννεφιασμένο με αρκετό κρύο και αέρα. Μόλις στήσαμε σκηνές, άρχισε η βροχή, κατά τις 17:00. Μπήκαμε στις σκηνές και τσιμπήσαμε κάτι λουκάνικα, τυριά, ψωμιά κτλ. Στις 19:00 σταμάτησε η βροχή και οι υπόλοιποι που δεν είχαν φάει, έβγαλαν τα καμινέτα και τις κατσαρόλες έξω, όπου πλέον είχε αρχίσει να κάνει ακόμα περισσότερο κρύο. Ο Πέτρος και εγώ (υπήρχε και η Βάσω, η τριάδα της σκηνής μας) που μέναμε στη σκηνή μαζί, πέσαμε για ύπνο, ναρκωμένοι από το φαΐ και το κρύο. Η Βάσω έκανε παρέα στους υπόλοιπους που έτρωγαν έξω. Κατά τις 22:00 αρχίζει μια καταιγίδα με αέρα (αλλά ευτυχώς χωρίς κεραυνούς), η οποία σταμάτησε περίπου στις 01:00 προς Κυριακή. Αλλάξαμε τη φορά που κοιμόμασταν (δεν είχαμε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου) για να μην τρώμε στα μούτρα τη σκηνή που λύγιζε από τον αέρα. Πλέον όμως το χώμα είχε μαλακώσει πολύ από τα καντάρια νερού που έπεφταν και τα πασαλάκια ήταν πολύ λεπτά για να κρατήσουν τη σκηνή στον αέρα. Τότε ο Πέτρος ντύθηκε και βγήκε έξω, προσπαθώντας να ξαναστήσει όπως μπορούσε τα διάφορα μέρη που έφευγαν, με τη βοήθεια του Βασίλη ο οποίος ήταν σε εγρήγορση, εν όψει της προετοιμασίας του για το Aconcagua, στο οποίο θα προσπαθήσει να ανέβει τον Ιανουάριο. Παρέμεινα μέσα προσπαθώντας να συγκρατήσω με το βάρος μου τη σκηνή, την οποία δεν στήριζε πλέον σχεδόν τίποτα, μέχρι να τη συμμαζέψει. Κατά τις 02:00 περίπου τελείωσε, μπήκε μέσα και κατάφερα να κοιμηθώ επιτέλους για 2,5 ώρες, η μοναδική ώρα που κοιμήθηκα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί. Ο ύπνος κράτησε μέχρι περίπου τις 04:15, οπότε πλέον οι πανίσχυρες ριπές του ανέμου είχαν αρχίσει να κάνουν τη σκηνή έρμαιο του ανέμου και του χιονόνερου που έπεφτε κατά διαστήματα. Ο άνεμος πρέπει να είναι μάλλον ο χειρότερος που έχω αντιμετωπίσει, ίσως ο καιρός της Ισλανδίας να τον ξεπερνούσε, και αυτά όχι σε κάποιο δεδομένα δύσκολο, ψηλό βουνό της χώρας και του εξωτερικού, αλλά σε υψόμετρο μόλις 1800 μ. Ο αέρας λυσσομανούσε σα δαιμονισμένος. Τα βράχια που υψώνονταν λίγο πιο πίσω μας, προσφέροντας κάποιο ελάχιστο απάγκιο (;) μούγκριζαν από τον αέρα σαν τζάμπο σε απογείωση. Στη συνέχεια, μόλις ο θυελλώδης δυτικός άνεμος υψωνόταν από την Πλάκα της Συκιάς μερικές δεκάδες μέτρα, κατέβαινε σαν βόμβα προς τα κάτω, προς τη μικρό λιβάδι που είχαμε κατασκηνώσει. Η οροφή της σκηνής στις ριπές κατέβαινε μέχρι τη μούρη μας, χτυπώντας μας με τις μπανέλες διαρκώς. Πλέον ο ύπνος ήταν αδύνατος. Δυστυχώς έπρεπε να υπομείνουμε τη διαδικασία αυτή μέχρι το πρώτο φως της ημέρας, οπότε και να πάρουμε το δρόμο της (άτακτης) επιστροφής. Κατενάτσιο δηλαδή, μέχρι πρωίας, με την κατάσταση της σκηνής να επιδεινώνεται και το ηθικό μας να πέφτει συνεχώς, τυλιγμένοι μέσα στους υπνόσακους μας, προσπαθώντας να μείνουμε τουλάχιστον στεγνοί και ζεστοί. Περίπου στις 05:30-06:00, ο αέρας είχε πλέον ξηλώσει το κάλυμμα της σκηνής, κάνοντας το καραμπίνερ με το οποίο κράταγε η Βάσσω το κάλυμμα, άχρηστο. Αφού κάποια φραστική αντιπαράθεση μεταξύ εμένα και της Βάσσως είχε αρχίσει σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης, μάζεψα όπως-όπως τον υπνόσακο και αναζήτησα κατάλυμα στη σκηνή του Μενέλαου, προσπαθώντας να ανακτήσω δυνάμεις για το κακήν-κακώς μάζεμα και επιστροφή. Νομίζω ότι πρέπει να κοιμήθηκα για 10-15 λεπτά, και βλέποντας το φως να ξημερώνει έξω, σηκώθηκα και πήγα στη σκηνή, παρακινώντας τον Πέτρο να σηκωθούμε να φύγουμε. Η σκηνή μας πλέον είχε γίνει γιρλάντα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην έχει σκιστεί, οι μπανέλες στραβωμένες από τα αλύπητα χτυπήματα των ριπών του ανέμου, ολόκληρο το βράδυ. Ήμουν πλέον 14 ώρες μέσα στο αντίσκηνο και τα νεύρα μου είχαν σπάσει, μη μπορώντας να το κουνήσω ρούπι από το αγιάζι. Μέσα σε 10' τα είχαμε μαζέψει και εξαφανιστήκαμε στο μονοπάτι της επιστροφής, τρεκλίζοντας και παραπατώντας εν μέσω εκρηκτικών ριπών και ελαφρού χιονόνερου.
Μόλις φτάσαμε, κοινή συνισταμένη και των τριών συνοδοιπόρων (στο βουνό και στο δρόμο) ήταν να βρεθούμε στα σπίτια μας για ξεκούραση το συντομότερο δυνατόν. Εκτός από μια στάση στην Άσκρη Βοιωτίας για να χαιρετήσουμε τον πρώην πρόεδρο του Συλλόγου, πήγαμε καρφί στο Σχηματάρι για να πάρω το αυτοκίνητό μου. Πήγα στους γονείς μου στη Χαλκίδα και έπεσα εξαντλημένος για ύπνο. Ξύπνησα στις 22:30, αλλά τα πόδια μου δε με βάσταγαν και πολύ και έτσι ξαναπεσα για ύπνο, ξυπνώντας κατά τις 06:45 (χωρίς ξυπνητήρι) για να πάω στο γραφείο, σχεδόν απ' ευθείας από Χαλκίδα.
Μόλις φτάσαμε, κοινή συνισταμένη και των τριών συνοδοιπόρων (στο βουνό και στο δρόμο) ήταν να βρεθούμε στα σπίτια μας για ξεκούραση το συντομότερο δυνατόν. Εκτός από μια στάση στην Άσκρη Βοιωτίας για να χαιρετήσουμε τον πρώην πρόεδρο του Συλλόγου, πήγαμε καρφί στο Σχηματάρι για να πάρω το αυτοκίνητό μου. Πήγα στους γονείς μου στη Χαλκίδα και έπεσα εξαντλημένος για ύπνο. Ξύπνησα στις 22:30, αλλά τα πόδια μου δε με βάσταγαν και πολύ και έτσι ξαναπεσα για ύπνο, ξυπνώντας κατά τις 06:45 (χωρίς ξυπνητήρι) για να πάω στο γραφείο, σχεδόν απ' ευθείας από Χαλκίδα.
24.9.08
Wedding in Sifnos
I departed for the island of Sifnos for a wedding on Saturday. Loaded the motorbike 's top case with the absolutely necessary (plus the wedding 's costume) on listening to the adverse weather warnings. Woke up at 06:00, ship departs at 07:25. During the ship 's five-and-a-half hours trip was already drizzling. When i got off the ship, the hotel was next to the port, i did not have to ride a long distance. But the rest of the people were staying in Apollonia (the capital), some 5 km away. fortunately, i was well prepared for heavy rain. I have gore-tex trousers, motorcycle boots, 2nd pair of sweaters, jeans and only 1 T-shirt! And of course the σαγιονάρες. But that wasn' t enough. I had all the heavy rain on my back, since we decided to lunch in Kamares (the port), next to my hotel! It was already windy, i was wet and feeling quite cold, but stood all along the table gathering at the taverna, shielded only by the ugly clear plastic curtains, ubiquitous at the taverns and cafeterias. Finally, i managed to dry off my clothes and got out to meet the rest of the people in a bar (in the night). The night was wild, with very cool music and dances at Μπότζι bar, the only bar remaining open in the centre of Apollonia, very cool tunes, sometimes fast jazzy, sometimes soul, sometimes classic rock. Happily, the next day (Sunday), chilly though, was sunny enough for the wedding, in a tiny church next to the groom 's childhood house, at the northernmost point of the island. The wedding ceremony was at the most dramatic landscape i 've ever seen for a wedding. OMG, i 'll show you in pictures... It was the landscape, the ambient, the people. The most important was that nobody complained (as usually does) about the stone-jagged footpath to reach the church on the top of the hill, not even the women. It is possible because everybody was determined for the wedding, because rarely somebody travels for totally 8 hours roundtrip and spending almost 200 euros (travel and accommodation only) for complaining afterwards about everything (we had to walk to the church, there was no sun and it was cold, I forgot my 2nd pair of mules, this nail polish does not fit with my dress/eyes/panty etc).
The wedding gala was beautiful, next to the little hotel 's pool, within sight of Kastro settlement and Paros' and Antiparos' hazy lights in the distance. Unfortunately, the shivering gusts from time to time were creating an uncomfortable situation to almost everybody. After an occasional drizzling at about 2 o' clock in the morning, the έντεχνο band decided to give up, for both the empty dancefloor and the fear of some short circuit.
27.9.07
Μια χαρά είμαστε
Ζούμε σε μια υπέροχη χώρα. Τίποτα, ακόμα και η μεγαλύτερη συμφορά, ακόμα και η πιο κρίσιμη απόφαση δε μπορεί να διαταράξει τη μακαριότητα των πολιτών. Μόνο κανένα πολύνεκρο στην Εθνική. Ή ειδήσεις σαν και αυτή. Αλλά ευτυχώς, όχι για πολύ. Γιατί αυτά συμβαίνουν στους άλλους. Αλλού.
Αλλού. Εξαιρετική λέξη. Ουτοπικός χώρος. Μια μαύρη τρύπα όπου όλα εξαφανίζονται γίνονται ένα και αποκτούν μια άυλη χαοτική υπόσταση. Σαν τον παράδεισο. Σαν την Χώρα του Πλάτωνα. Σαν την Σανγκρι-Λα. Σαν την Ατλαντίδα.
Αλλού. Το οπουδήποτε, εκτός από εδώ. Χρησιμοποιείται κατά το δοκούν. Με διπλή χρήση.
Αρνητική: -"Μα που να στήσουμε το κέντρο αποτοξίνωσης;" - "Δε μας ενδιαφέρει, αλλού".
Θετική: -"Tι λαμόγια Θεέ μου, μα δεν υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα;" - "Aλλού δε γίνονται τέτοια πράγματα".
Για την πάνω φωτογραφία, κουίζ: Βρείτε ποια κόμμα πουλάει προϊόντα εμπιστοσύνης και ποια εταιρία διεκδικεί την είσοδό της στη Βουλή. Όσο για τη δεύτερη, είναι στην Αντίπαρο το καλοκαίρι, λίγο πιο κάτω από το δωμάτιο που μέναμε.
4.5.07
Το καφενείο
Πήγα με τον πατέρα μου για φαΐ στο καφενείο του χωριού, δηλαδή του διπλανού χωριού, του Δρεπάνου. Αν και έχω ξαναπάει σε καφενεία, στα πλαίσια του συλλόγου ή κρασοκατανύξεων, ποτέ δεν έχω πάει σε καφενείο σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή: σαν μέλος μιας ομάδας ανθρώπων που ζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις παρυφές της κοινωνικής ζωής του χωριού, έστω σαν μόνιμος τακτικός παραθεριστής και επίσης σαν απόγονος των λαμπρών τέκνων του χωριού. Δηλαδή από λίγο έως πολύ ντόπιος. Οι θαμώνες επί το πλείστον γέροι, τραγιάσκα-ελαφρύ μπουφάν/ανοιξιάτικο οι μεγαλύτεροι, παραλλαγές οι νεώτεροι (στην ηλικία μου ο νεώτερος). Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας γύρω στα 20 και φάνηκε σαν τη μύγα μες το γάλα. Τα θέματα ενδιαφέροντος σε ένα καφενείο είναι τυπικά: αθλητικές εφημερίδες, πολιτική, πρέφα και φυσικά τηλεόραση, με ρεπερτόριο από σαπουνόπερες μέχρι ειδήσεις και αθλητικές εκπομπές. Κάποιοι πίνουν ελληνικό καφέ, κάποιοι φραπέ, κάποιοι άλλοι (εσχάτως) εσπρέσο (τρομάρα τους). Κάποιοι παίζουν πρέφα και τσακώνονται και αρχίζουν να φωνάζουν. Κάποιοι σηκώνουν γενικά τη φωνή, ιδίως όταν έχουν πιει και μερικές μπύρες και προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους στην ομήγυρη που παρακολουθεί με ενδιαφέρον την τηλεόραση. Κάποιοι νεώτεροι, πιο μάγκες, δεν έρχονται με το καθιερωμένο αγροτικό ή κλούβα ή παπί αλλά με R1100GS, με ανάλογο ντύσιμο και ύφος (οι βλάχαροι), προσπαθώντας να τονίσουν ότι τους χωρίζει πλέον ένας ωκεανός lifestyle με τους γηραιότερους θαμώνες. Μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι οι φωνές, τα σχόλια και οι βρισιές δίνουν και παίρνουν, τα τραπέζια γεμίζουν ποτήρια του καφέ, της μπύρας και για τους θεριακλήδες, ουίσκι/ κόκα κόλα, ώσπου να τελειώσει το παιχνίδι και να αρχίσουν να αποχωρούν προς τα σπίτια τους, μονολογώντας "μα είναι διαιτησία αυτή;" χωρίς καν να θυμούνται αν οι γυναίκες τους (ή και για άλλους οι μητέρες τους) έχουν βγει καν από το σπίτι για να συναναστραφούν.
Το καφενείο είναι ένα είδος πολιτισμού που αντιστέκεται, όσο υπάρχουν κάτοικοι στα χωριά για να το υπηρετούν. Ακόμα και με ένα θαμώνα, θεωρώ ότι ένα καφενείο θα συνεχίσει να λειτουργεί, απλά και μόνο για να διαιωνίζει τη φήμη του σαν σημείο συνάντησης του ανδρικού πληθυσμού μιας χώρας της οποίας η επαρχία καταπίνεται ταχύτατα από τη μαύρη τρύπα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Το καφενείο είναι ένα είδος πολιτισμού που αντιστέκεται, όσο υπάρχουν κάτοικοι στα χωριά για να το υπηρετούν. Ακόμα και με ένα θαμώνα, θεωρώ ότι ένα καφενείο θα συνεχίσει να λειτουργεί, απλά και μόνο για να διαιωνίζει τη φήμη του σαν σημείο συνάντησης του ανδρικού πληθυσμού μιας χώρας της οποίας η επαρχία καταπίνεται ταχύτατα από τη μαύρη τρύπα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
1.5.07
Βροχερή Πρωτομαγιά
Το πρωί ξύπνησα με τη βροχή. Η Κατερίνα μάζευε το σπίτι για το φαΐ το μεσημέρι. Τη βοήθησα λίγο να στρώσει και να συμμαζέψει. Περιμέναμε την Έλενα, μια φίλη που είχε γνωρίσει, πολύ αξιολόγη. Φάγαμε οι τέσσερις μας και μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι, άλλοι για να χαζέψουμε τη βαριά ατμόσφαιρα με τα χαμηλά σύννεφα και τη βροχή πάνω από τη θάλασσα και άλλοι για τσιγάρο. Κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε.
Προτείναμε ένα περίπατο με μια περιπατητική ομάδα έξω από τους Δουκάδες. Παρ' ότι η Έλενα δεν είχε περπατήσει ποτέ ιδιαίτερα, τα κατάφερε μια χαρά, δεν ήταν καν μονοπάτι, αλλά αγροτικός δρόμος.
Αυτός κατέληγε σε μια κόψη ενός πολύ απότομου γκρεμού με ένα εκκλησάκι, του Αγίου Συμεών με θέα στη ραχοκοκκαλιά της Κέρκυρας και στα δεξιά τα λιμανάκια της Παλαιοκαστρίτσας. Η ατμόσφαιρα πάντα βαριά, τα χαμηλά σύννεφα σέρνονταν πάνω από τον Παντοκράτορα, το ψηλότερο βουνό της Κέρκυρας. Μόλις επιστρέψαμε στους Δουκάδες, καθίσαμε για μια μπύρα σε ένα από τα καφενεία, με τα συνήθη πειράγματα που ανταλλάσσουν όλοι μεταξύ τους. Η Έλενα πολύ ωραίος τύπος, την πείραζα συνέχεια, αλλά δεν παρεξηγούνταν.
Το βραδάκι πήγα με την Κατερίνα στο μπαρ Σταύλος, όπου μια γνωστή της από την Νότια Αφρική εξέθετε κάποια έργα της με θέμα την Αφρική. Αποτύπωνε την καθημερινή ζωή, τη διασκέδαση, τον τρόπο ζωής των γηγενών Αφρικανών, χωρίς όμως να έχει το αφελές φολκλόρ (η ίδια είναι "Αφρικάανερ", απόγονος των Ολλανδών που εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από μερικούς αιώνες). Χωριά ιθαγενών, αφρικάνικες μάσκες, ζώα του δάσους, όλα με πολύ ζωηρά χρώματα σε μαύρα περιγράμματα και γαλάζιο ουρανό, χωρίς να είναι όμως καθόλου κιτς. Η ίδια συμπαθέστατη, γλυκούλα, με το γιο της να κοπανιέται μέσα και έξω από το μπαρ. Δυστυχώς η Έλενα είχε αποχωρήσει από νωρίς, αφού είχε φτάσει μόλις το πρωί στην Κέρκυρα, θα μπορούσε να μας πει και αυτή τη γνώμη της.
Προτείναμε ένα περίπατο με μια περιπατητική ομάδα έξω από τους Δουκάδες. Παρ' ότι η Έλενα δεν είχε περπατήσει ποτέ ιδιαίτερα, τα κατάφερε μια χαρά, δεν ήταν καν μονοπάτι, αλλά αγροτικός δρόμος.
Το βραδάκι πήγα με την Κατερίνα στο μπαρ Σταύλος, όπου μια γνωστή της από την Νότια Αφρική εξέθετε κάποια έργα της με θέμα την Αφρική. Αποτύπωνε την καθημερινή ζωή, τη διασκέδαση, τον τρόπο ζωής των γηγενών Αφρικανών, χωρίς όμως να έχει το αφελές φολκλόρ (η ίδια είναι "Αφρικάανερ", απόγονος των Ολλανδών που εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από μερικούς αιώνες). Χωριά ιθαγενών, αφρικάνικες μάσκες, ζώα του δάσους, όλα με πολύ ζωηρά χρώματα σε μαύρα περιγράμματα και γαλάζιο ουρανό, χωρίς να είναι όμως καθόλου κιτς. Η ίδια συμπαθέστατη, γλυκούλα, με το γιο της να κοπανιέται μέσα και έξω από το μπαρ. Δυστυχώς η Έλενα είχε αποχωρήσει από νωρίς, αφού είχε φτάσει μόλις το πρωί στην Κέρκυρα, θα μπορούσε να μας πει και αυτή τη γνώμη της.
30.4.07
Βόλτες και λάιβ
Ξύπνησα κατά τις 12:00. Είχα φαίνεται συσσωρεύσει αρκετή κούραση από την προηγούμενη εβδομάδα και μου έβγαινε εκεί. Μέχρι να ξυπνήσω, να πιώ καφέ, να κάνω μπάνιο και να σερφάρω , η ώρα είχε φτάσει 14:30 και η Κατερίνα είχε επιστρέψει από τη δουλειά και ήταν ελεύθερη να πάμε βόλτες με το αυτοκίνητο. 
Πήγαμε προς τα νότια, προς το Σπήλιο και χωθήκαμε σε κάτι αγροτικούς δρόμους ανάμεσα στις ελιές. Ήταν ωραία, ήταν στρωμένα με κάτι σαν ελιόπανο που μάλλον ήταν πυκνό δίχτυ και έβγαζε μια ατμόσφαιρα απόκοσμη, γκόθικ, παραμυθιού. Εξ' άλλου, όλη η Κέρκυρα λόγω της υγρασίας και των βροχών είναι τόσο πυκνή σε βλάστηση, που λίγα, ελάχιστα τετραγωνικά γης μένουν χωρίς να είναι πράσινα, ακόμα και στη μέση του καλοκαιριού. Περιηγηθήκαμε στους δρόμους της πόλης και στα στενά, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Το βράδυ είχαμε πληροφορίες για μια εμφάνιση ενός συγκροτήματος στην Αχαράβη, στο μπαρ Freddo. Τελικά καταλήξαμε εκεί, κατά τις 22:30. Ήταν μια συνάδελφος της Κατερίνας και κάποιες άλλες φίλες της που γνώριζαν κάποια παιδιά του συγκροτήματος το οποίο λεγόταν Zona Bastarda, έπαιζαν funk, jazz, blues, latin, ethnic, salsa και διάφορα άλλα, τα οποία όμως τα έπαιζαν με ένα εύθυμο τρόπο που έφτιαχνε πολύ τη διάθεση. Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος πολύ ωραίος, άντρες - γυναίκες εξ' ίσου τα ποσοστά, πάρα πολλοί φοιτητές, σου άνοιγε την όρεξη για φλερτ και καμάκι, σαν ένα μεγάλο πάρτυ, σαν όλοι να ήξεραν για πιο λόγο είχαν πάει εκεί.
Έχοντας όμως καθυστερήσει περίπου μια ώρα να βγούν, εμείς είχαμε ήδη κουραστεί και κατά τις 01:00 αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Η Κατερίνα σκέφτηκε μήπως ήθελα να μείνω περισσότερο και να επιστρέψω με τα κορίτσια που έμεναν κοντά. Στην επιστροφή ψιχάλιζε. Ο Γιώργος μας περίμενε στο σπίτι. Τελικά κοιμηθήκαμε αργά.
Πήγαμε προς τα νότια, προς το Σπήλιο και χωθήκαμε σε κάτι αγροτικούς δρόμους ανάμεσα στις ελιές. Ήταν ωραία, ήταν στρωμένα με κάτι σαν ελιόπανο που μάλλον ήταν πυκνό δίχτυ και έβγαζε μια ατμόσφαιρα απόκοσμη, γκόθικ, παραμυθιού. Εξ' άλλου, όλη η Κέρκυρα λόγω της υγρασίας και των βροχών είναι τόσο πυκνή σε βλάστηση, που λίγα, ελάχιστα τετραγωνικά γης μένουν χωρίς να είναι πράσινα, ακόμα και στη μέση του καλοκαιριού. Περιηγηθήκαμε στους δρόμους της πόλης και στα στενά, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Το βράδυ είχαμε πληροφορίες για μια εμφάνιση ενός συγκροτήματος στην Αχαράβη, στο μπαρ Freddo. Τελικά καταλήξαμε εκεί, κατά τις 22:30. Ήταν μια συνάδελφος της Κατερίνας και κάποιες άλλες φίλες της που γνώριζαν κάποια παιδιά του συγκροτήματος το οποίο λεγόταν Zona Bastarda, έπαιζαν funk, jazz, blues, latin, ethnic, salsa και διάφορα άλλα, τα οποία όμως τα έπαιζαν με ένα εύθυμο τρόπο που έφτιαχνε πολύ τη διάθεση. Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος πολύ ωραίος, άντρες - γυναίκες εξ' ίσου τα ποσοστά, πάρα πολλοί φοιτητές, σου άνοιγε την όρεξη για φλερτ και καμάκι, σαν ένα μεγάλο πάρτυ, σαν όλοι να ήξεραν για πιο λόγο είχαν πάει εκεί.
Έχοντας όμως καθυστερήσει περίπου μια ώρα να βγούν, εμείς είχαμε ήδη κουραστεί και κατά τις 01:00 αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Η Κατερίνα σκέφτηκε μήπως ήθελα να μείνω περισσότερο και να επιστρέψω με τα κορίτσια που έμεναν κοντά. Στην επιστροφή ψιχάλιζε. Ο Γιώργος μας περίμενε στο σπίτι. Τελικά κοιμηθήκαμε αργά.
29.4.07
Μεσημέριασε Κυριακή
Σήμερα ήρθε ο Γιώργος και πήγαμε για φαγητό στους Δουκάδες. Καθήσαμε στης κυρίας Ελισάβετ (όχι αυτή της Αννίτας Πάνια, "που είναι ο Βάγκνερ", κτλ), μια ταβέρνα με κερκυραϊκά φαγητά , ελάχιστα στον αριθμό, αλλά πολύ καλά μαγειρεμένα, και με κόκκινο κρασί χύμα, ίσως το καλύτερο που έχω πιει ποτέ από χύμα. Ο λογαριασμός; για 3 άτομα 30 ευρώ. Η χαμηλότερη τιμή που έχω πετύχει σε μαγαζί. Αν και βέβαια η καθαριότητα δεν είναι και η καλύτερη, το μαγαζί είχε γύρω-γύρω διακόσμηση από άπειρα μπουκάλια παλιών ούζων, κονιάκ και μπράντι, σαν να είχε μείνει ο χρόνος πίσω στη δεκαετία του '60-'70, και μουσική υπόκρουση λαϊκών της εποχής. Το απόγευμα πήγαμε για ποτό στο Λιστό, στο μπαρ Κοχλίας. Συμπαθέστατο, στέκεσαι όρθιος έξω, πίνεις το ποτό χαλαρά και πιάνεις κουβέντα με κάθε διερχόμενο.
28.4.07
Ολοταχώς προς την άδεια
Σάββατο, μετά από αρκετές αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να έρθω με τη Βέσπα (που την είχα συντηρήσει μόλις την Πέμπτη) ή με το αυτοκίνητο. Το τηλεφώνημα που έκανα την Παρασκευή το βράδυ στην Κατερίνα ήταν καθοριστικό: "πήγαινε όπου θέλεις με τη Βέσπα, μόνο στο χωριό μην εμφανιστείς με αυτήν. Κρύψε την, προσποιήσου ότι ήρθες με το λεωφορείο, αλλά μην εμφανιστείς με αυτή στο μπαμπά". Είναι γεγονός ότι όταν με είδαν στο χωριό πέρυσι, έπαθαν εγκεφαλικό. Πραγματικά, όλο το βράδυ της Παρασκευής δεν ήξερα τι να κάνω. Είπα να αποφασίσω το πρωί. Και όντως τότε είπα να πάρω το αυτοκίνητο, να το αφήσω στην Ηγουμενίτσα και από εκεί να πάω με το πλοίο απέναντι.
Τελικά αναφώρησα στις 10 το πρωί, αφού έβαλα βενζίνη και διάφορα άλλα για να βγω τελικά από την Αθήνα στις 11:00 το πρωί, με κατεύθυνση προς τη Μαγούλα, για να γλιτώσω τα υπερβολικά τέλη της γέφυρας του Ρίου και την καθυστέρηση του κλασικού πορθμείου.
Μετά από 4 ώρες, είχα φτάσει στο Μεσολόγγι, όπου είχα αποφασίσει να φωτογραφίσω τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό με όποιο τροχαίο υλικό είχε απομείνει. Και ευτυχώς δεν απογοητεύτηκα. Συνέχεια είχε το Αιτωλικό, όπου και εκεί υπάρχει σταθμός και μπορεί κανείς να τα δει εκεί μπροστά στη διασταύρωση προς το Αιτωλικό.
Διέλευση από Αστακό-Βόνιτσα-Άκτιο-Πρέβεζα, και κατά τις 17:15 έχω φτάσει στην Ηγουμενίτσα, όπου θρονιάζομαι στο πορθμείο και βγάζω τα ταπεράκια για να φάω τυρί, παριζάκι και ζαρζαβατικά, υπό το βλέμμα των διαφόρων που με κοιτούσαν λοξά. Χέστηκα βέβαια, τουλάχιστον εγώ ήξερα τι έτρωγα σε αντίθεση με αυτούς που μάλλον είχαν χορτάσει με τις αηδίες των σαντουιτσάδικων του λιμανιού ή του πλοίου.
Το Κατερινάκι με περίμενε. Όπως πάντα, ετοιμαστήκαμε για να βγούμε. Πήγαμε στο Κάστρο, όπου λειτουργεί το μπαρ "Bora-Bora", και έπαιζε χαουζάδικα και λαϊκοπόπ, με θαμώνες ντυμένους για βραδίνή έξοδο/γάμο. Απορώ μερικές φορές γιατί ο κόσμος βγαίνει έξω. Για να "διασκεδάσει"; Αφού πλήττει. Το βλέπεις στα μάτια τους. Στις κινήσεις τους. Ούτε να φλερτάρει. Αν κάποιος άντρας το διανοηθεί, θα εισπράξει το απαξιωτικό βλέμμα των τυχόν γυναικών της παρέας. Η Κατερίνα ήταν όπως σχεδόν πάντα ευδιάθετη, αν και το συγκεκριμένο μπαρ δε με προδιέθετε για κανένα από τα δύο. Μαζί μας ήταν και ένας φίλος της Κατερίνας που της είχε αφήσει ένα γατί να του το ταΐζει, και μια φίλη της κοσμογυρισμένη που τον τελευταίο χρόνο είχε κατασταλάξει στην Κέρκυρα προσπαθώντας να αποκατασταθεί επαγγελματικά. Όχι πολύ αργά πήγαμε για ύπνο, και καθώς ο Γιώργος δεν είχε επιστρέψει στην Κέρκυρα, κοιμήθηκα στον καναπέ.
Τελικά αναφώρησα στις 10 το πρωί, αφού έβαλα βενζίνη και διάφορα άλλα για να βγω τελικά από την Αθήνα στις 11:00 το πρωί, με κατεύθυνση προς τη Μαγούλα, για να γλιτώσω τα υπερβολικά τέλη της γέφυρας του Ρίου και την καθυστέρηση του κλασικού πορθμείου.
Μετά από 4 ώρες, είχα φτάσει στο Μεσολόγγι, όπου είχα αποφασίσει να φωτογραφίσω τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό με όποιο τροχαίο υλικό είχε απομείνει. Και ευτυχώς δεν απογοητεύτηκα. Συνέχεια είχε το Αιτωλικό, όπου και εκεί υπάρχει σταθμός και μπορεί κανείς να τα δει εκεί μπροστά στη διασταύρωση προς το Αιτωλικό.
Διέλευση από Αστακό-Βόνιτσα-Άκτιο-Πρέβεζα, και κατά τις 17:15 έχω φτάσει στην Ηγουμενίτσα, όπου θρονιάζομαι στο πορθμείο και βγάζω τα ταπεράκια για να φάω τυρί, παριζάκι και ζαρζαβατικά, υπό το βλέμμα των διαφόρων που με κοιτούσαν λοξά. Χέστηκα βέβαια, τουλάχιστον εγώ ήξερα τι έτρωγα σε αντίθεση με αυτούς που μάλλον είχαν χορτάσει με τις αηδίες των σαντουιτσάδικων του λιμανιού ή του πλοίου.
Το Κατερινάκι με περίμενε. Όπως πάντα, ετοιμαστήκαμε για να βγούμε. Πήγαμε στο Κάστρο, όπου λειτουργεί το μπαρ "Bora-Bora", και έπαιζε χαουζάδικα και λαϊκοπόπ, με θαμώνες ντυμένους για βραδίνή έξοδο/γάμο. Απορώ μερικές φορές γιατί ο κόσμος βγαίνει έξω. Για να "διασκεδάσει"; Αφού πλήττει. Το βλέπεις στα μάτια τους. Στις κινήσεις τους. Ούτε να φλερτάρει. Αν κάποιος άντρας το διανοηθεί, θα εισπράξει το απαξιωτικό βλέμμα των τυχόν γυναικών της παρέας. Η Κατερίνα ήταν όπως σχεδόν πάντα ευδιάθετη, αν και το συγκεκριμένο μπαρ δε με προδιέθετε για κανένα από τα δύο. Μαζί μας ήταν και ένας φίλος της Κατερίνας που της είχε αφήσει ένα γατί να του το ταΐζει, και μια φίλη της κοσμογυρισμένη που τον τελευταίο χρόνο είχε κατασταλάξει στην Κέρκυρα προσπαθώντας να αποκατασταθεί επαγγελματικά. Όχι πολύ αργά πήγαμε για ύπνο, και καθώς ο Γιώργος δεν είχε επιστρέψει στην Κέρκυρα, κοιμήθηκα στον καναπέ.
14.11.06
Μεταφυσικά
Την Κυριακή γνώρισα μια Ελβετίδα που ζει τριάντα χρόνια στην Ελλάδα και είναι λογοθεραπεύτρια. Με αυτή κάναμε μια πολύ ωραία συζήτηση για τα ταξίδια μας. Κάποια στιγμή άρχισε να μας αναλύει πως ρυθμίζει το ταξίδι της σε κάποιες όχι ιδιαίτερα ευχάριστες (και γνωστές για εμάς τους Έλληνες) πτυχές του: τη συνεννόηση με την συνταξιδιώτισσα της για τις κινήσεις τους η μια για την άλλη σε περίπτωση που σε κάποια από τις δύο συμβεί (μακρυά από μας) να πεθάνει. Ανατριχιάζαμε στην ιδέα του να κάνεις τέτοιες συζητήσεις για κάτι ευχάριστο όπως σε ένα ταξίδι και δε μπορούσαμε να καταλάβουμε την εμμονή τους για να δίνουν λύσεις σε όλα τα ζητήματα, ακόμα και σε αυτό, όπου μάλλον κανέναν πλέον στην κατάστασή του δε θα ενδιέφερε να έχει επιλύσει. Εκεί κατέληξα σε ένα συμπέρασμα για τις εγκόσμιες έγνοιες μας.
Ο Έλληνας είναι ο μάστορας του εφήμερου και του παρόντος. Αν εξαιρέσουμε τα παιδιά του, πολύ σπάνια έχουν αγωνίες για το συλλογικό μέλλον και μεταφυσικές ανησυχίες. Οποιαδήποτε συζήτηση συσχετίζεται με θάνατο είναι για τον Έλληνα ανάθεμα, αν όχι ταμπού, ίσως και μεγαλύτερο και από το σεξ. Μπροστά στο θάνατο ο Έλληνας βλέπει το απόλυτο Κακό, το οποίο απεύχεται ακόμα και στους χειρότερους εχθρούς του. Φτύνοντας τον κόρφο τους, σταυροκοπιέται και εξορκίζει το θάνατο. Οι βόρειοι έχουν πιο ολοκληρωμένη αντίληψη για το θάνατο, αισθάνονται ότι είναι θνητοί, το γνωρίζουν και δεν περιμένουν κάτι περισσότερο. Οι Έλληνες νομίζουν ότι είναι ανίκητοι, άφθαρτοι, μέχρι να έρθει μια άσχημη στιγμή. Ο Νιάρχος όντας παντοδύναμος, θεωρούσε ότι θα τη γλίτωνε λόγω της ιδιότητάς του.
Ο Έλληνας είναι ο μάστορας του εφήμερου και του παρόντος. Αν εξαιρέσουμε τα παιδιά του, πολύ σπάνια έχουν αγωνίες για το συλλογικό μέλλον και μεταφυσικές ανησυχίες. Οποιαδήποτε συζήτηση συσχετίζεται με θάνατο είναι για τον Έλληνα ανάθεμα, αν όχι ταμπού, ίσως και μεγαλύτερο και από το σεξ. Μπροστά στο θάνατο ο Έλληνας βλέπει το απόλυτο Κακό, το οποίο απεύχεται ακόμα και στους χειρότερους εχθρούς του. Φτύνοντας τον κόρφο τους, σταυροκοπιέται και εξορκίζει το θάνατο. Οι βόρειοι έχουν πιο ολοκληρωμένη αντίληψη για το θάνατο, αισθάνονται ότι είναι θνητοί, το γνωρίζουν και δεν περιμένουν κάτι περισσότερο. Οι Έλληνες νομίζουν ότι είναι ανίκητοι, άφθαρτοι, μέχρι να έρθει μια άσχημη στιγμή. Ο Νιάρχος όντας παντοδύναμος, θεωρούσε ότι θα τη γλίτωνε λόγω της ιδιότητάς του.
23.8.06
Προς τη Σύμη

23/8 Το μεσημέρι αναχωρήσαμε για τη Σύμη. Ταξιδέψαμε με τον Πρωτέα, ένα πλοίο που ανήκει στη δημοτική επιχείρηση του νησιού, και απ' όσο έχω μάθει, είναι αυτό που ξανάφερε τον τουρισμό πίσω στο νησί, αφού τη νύχτα ελλιμενίζεται όχι στη Ρόδο, αλλά στη Σύμη, και καλύπτει το κενό με δύο δρομολόγια στη Ρόδο καθημερινά, πολύ σημαντικό πράγμα για ένα μικρό νησί!
Στο πλοίο βρήκα την ευκαιρία να γράψω και το ημερολόγιο. Το ταξίδι κράτησε 4 ώρες, με ενδιάμεση στάση στην Τήλο, η οποία όπως έδειχνε από το πλοίο, ήταν σαν εγκαταλειμμένη. Στη Σύμη φτάσαμε στις 18:00 όπου μας περίμενε ένας γνωστός της Ειρήνης από τη Χαλκίδα, ένας Έλληνας που έχει ζήσει στο Βελγικό Κονγκό (τώρα Ζαΐρ) στη Γαλλία στο Εξ-αν-Προβάνς και σε κάποια άλλα μέρη της Αφρικής, περίπου 76-77 χρονών αλλά πολύ θαλερός, ζωντανός ανθρωπος και φοβερός μπον-βιβέρ.
Μας συνόδευσε στο σπίτι που είχε βρει, ένα κλασσικό Συμιακό σπίτι με θέα από το μπαλκόνι στο λιμάνι της Σύμης, όπου ο θόρυβος από τα σκάφη από τα αδιάκοπα πήγαινε-έλα είναι μεγαλύτερος από αυτόν των αυτοκινήτων. Ο κεντρικός δρόμος της Σύμης είναι ταυτόχρονα ο ντόκος του λιμανιού και η περατζάδα όπου έχει χώρο μόνο για μια κατεύθυνση και χωράει μόνο ένα όχημα. Αν δε αυτό είναι κάποιο φορτηγό, τότε δημιουργείται τρελό μποτιλιάρισμα και οι ρόδες των αυτοκινήτων ακροβατούν μεταξύ του δρόμου και του αιγιαλού του λιμανιού. Το νησί ήταν υπέροχο: καθόλου κυκλαδίτικο στυλ, μάλλον νεοκλασικό, με κεραμίδια και παράθυρα στις ίδιες θέσεις όπως το σπίτι στο χωριό, με ξύλινες βαριές (δίφυλλες συνήθως) εξώπορτες.
Το βράδυ παρακολουθήσαμε μια συναυλία του Μάριου Φραγκούλη που παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες. Φάγαμε σε μια πιτσαρία που ήταν μάλλον ακριβή, μέσα σε ένα στενό στα αριστερά του λιμανιού και αργότερα επιστρέψαμε στο σπίτι όπου χαζέψαμε τη φανταστική θέα που είχαμε από το μπαλκόνι.
22.8.06
Τελικός προορισμός: Γυαλί

22/8 Ξύπνημα συνεπές στις 06:00. Δυσκολεύτηκα πολύ να ακολουθήσω, παραλίγο να έμενα στο σπίτι. Μόλις ξημέρωνε, πανέμορφη ανατολή μέσα στο πέλαγος. Μαζί με τους εργάτες της πρωινής βάρδιας στο πλοιαράκι "Νίσυρος" (8 €/άτομο με επιστροφή). Μάθαμε ότι πολλούς τους έχει φάει ο καρκίνος από την εισπνοή της ελαφρόπετρας, πρώτη ύλη για πολύ καλής ποιότητας τσιμέντο. Το εργοτάξιο ονομάζεται "ΛΑΒΑ ΑΕ" και ανήκει στην ΑΓΕΤ Ηρακλής. Το νησί αυτό, όπως και η Νίσυρος είναι ηφαιστειακής προέλευσης και αναμένω (προσωπικά) ότι σε 15-20 χρόνια θα έχει γίνει ατόλλη, όπως λέει και ο Βασίλης. Πάνω από τον ορεινό όγκο της Νισύρου ένα λεπτό σύννεφο από υγρασία εφαρμόζει πάνω από το ανάγλυφο, κυματιστό, πολύ εντυπωσιακό. Μόλις πιάνουμε προβλήτα φορτωνόμαστε τα σακίδια με φρούτα και νερά για να βρούμε την παραλία. κατευθυνόμαστε Β/ΒΑ πέρα από τον οικισμό των εργατών πάνω στη χαμηλή φλούδα γης που ενώνει τους δύο ορεινούς όγκους του νησιού, όπου βρίσκονται και τα δύο μεγάλα εργοτάξια. Κάνουμε αριστερά, προσπερνώντας ένα λοφάκι στα αριστερά και βγαίνουμε στην παραλία, όπου κατά τις 07:30 το πρωί, εμφανίζεται ένα τύπος, γύρω στα 30-40, μάλλον καθυστερημένος, ο οποίος περπατούσε στο φλοίσβο, μαζί με ένα παιδάκι περίπου 10 χρονών και ένα σκυλί να τους ακολουθεί, στη μέση του πουθενά, σχεδόν σουρεαλιστικό! Με χαιρέτισε στρατιωτικά και του είπα καλημέρα, ακολουθώντας τους άλλους, οι οποίοι είχαν μοιραστεί την ίδια έκπληξη και απορία με εμένα.
Καθίσαμε στην παραλία, δίπλα στο λοφάκι. Ήταν τραγική. Εγώ μέσα στην γκρίνια, λόγω του πρωινού ξυπνήματος, προς αναζήτηση κάποιας παραλίας όπου θα ξεροψηθούμε για κάμποσες ώρες, ήταν η χειρότερή μου. Οι μύγες που τσιμπούσαν έκαναν, τον εκνευρισμό μου μεγαλύτερο κάνοντάς με να κουκουλώνομαι με τις πετσέτες. Ο Βασίλης, πιο ορεξάτος από όλους, σηκώθηκε να περπατήσει πέρα από την παραλία και το λοφάκι, Δ/ΝΔ, όπου γυρνώντας είπε ότι βρήκε μια απίθανη μικρή παραλία, δίπλα σε ένα προβλήτα με βράχους και ένα σκουριασμένο μώλο για πρόσδεση μικρού πλοίου. Επιτέλους, κάπου που μπορούσα να σταθώ χωρίς να τσουρουφλίζομαι, χωρίς μύγες να τσιμπάνε και με μια ελαφρά αύρα να δροσίζει. Η Κατερίνα άρχισε να ψαρεύει με πεταλίδες που ξεκολλούσε με το σουγιά από το βράχο, μάταιος κόπος, τα ψάρια δεν τις καταδέχονταν παρ' όλη την πείνα τους. Μετά από λίγο ο Βασίλης έκανε βουτιά από την εξέδρα στα νερά που ήταν πεντακάθαρα. Έφερε και την πλαστική υποβρύχια μηχανή και βγάλαμε διάφορες αστείες φωτογραφίες. Μετά, πήγα και πήρα την ομπρέλα, τα φρούτα, το κρουασάν από το φούρνο, έβαλα την ομπρέλα στις σιδεριές, άπλωσα την πετσέτα, διάβασα ένα National Geographic και μετά (ως εκ θαύματος) με πήρε ο ύπνος, πρωτοφανές.
Ξύπνησα στις 13:30. Μάζεψα και στους άλλου που είχαν μαζέψει μαύρες ηφαιστειακές πέτρες, σαν από γυαλί. Νομίζω ότι πρέπει να λέγονται οψίανθοι. Μαζευτήκαμε για να γυρίσουμε στη σκάλα που έδενε το πλοίο από τη Νίσυρο. Φτάνοντας στη σκάλα, ανακαλύψαμε ότι είχαμε κάνει κύκλο για να φτάσουμε στην παραλία. Στις 15:20 εμφανίστηκαν οι ίδιοι πρωινοί εργάτες. Τραβώντας από τη σκάλα ευθεία επάνω, προσπερνά αριστερά την αποθήκη υλικών, πάει λοξά αριστερά ανάμεσα στις γεννήτριες του νησιού που μουγκρίζουν χαριτωμένα και στους πρώτους μονώροφους οικισμούς (περίπου 10-15 στον αριθμό). Προχωρώντας ανηφορικά και ευθεία, φτάνεις στην κορυφή της διαδρομής και υπάρχει μια διακλάδωση που πάει ευθεία κατηφορικά και στα αριστερά ανηφορίζει, όπου αφήνει στα δεξιά ένα αμπέλι (!) και αρχίζει η κατηφόρα προς τον κόρφο και το μώλο που καθίσαμε. Επιστρέψαμε στη Νίσυρο, ήταν πλέον μεσημέρι.
Το απόγευμα ξυπνήσαμε κατά τις 19:30. Καφέδες, γιαούρτι και πήγαμε στη Νικιά για φαΐ στο "μπαλκόνι του Ακριώτη". Λίγο δύσκολα βρήκαμε τραπέζι εκεί, λίγες οι θέσεις, καλύτερα να πας νωρίς για να πιάσεις θέση. Πήραμε σαλάτα χόρτα (ρόκα;) παρμεζάνα και λιαστή ντομάτα πολύ καλή, τηγανιές πολύ καλές και καλό το ψαρονέφρι το δικό μου και της Κατερίνας. Το όλο γεύμα πήγε 16 €/άτομο, τιμή για τα αστικά δεδομένα καλή αλλά για τα ντόπια δεδομένα, υψηλή. Το χωριό έχει υπέροχη θέα προς το πέλαγος ανατολικά, και επίσης προς την καλδέρα του ηφαιστείου πανοραμική. Τη νύχτα προς το πέλαγος δε φαίνεται τίποτε απολύτως, το απόλυτο μαύρο και από τις δύο πλευρές, μόνο κάποιο πλοίο φαινόταν φωτισμένο. Πολύ γραφική η πλατεία του χωριού με τα καφενεία.
Το πανηγύρι στην εκκλησία της Παναγιά-Κυράς (22/8) είναι γεγονός για το νησί. Επίσης δεν είναι απρόσωπο όπως τα άλλα πανηγύρια των κοσμοπολίτικων νησιών. Όλοι δείχνουν να γνωρίζονται, ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις και η ανάλαφρη διάθεση είναι διάχυτη. Όχι όπως σε μια γιορτή που όλοι έχουν κάτι μούτρα και μια σοβαροφάνεια μέχρι εκεί κάτω, λες και αν χαμογελάσουν ή κάνουν κάποια παλαβομάρα θα τους πάρουν οι άλλοι για τουλάχιστον γραφικούς ή γελοίους. Είχα κουραστεί, πρότεινα και στους άλλους να φύγουμε, δέχτηκαν.
21.8.06
Βόλτες και μπάνιο
21/ 8 Προσπάθεια να πάμε στο Γυαλί, ένα μικρό νησί απέναντι από τη Νίσυρο, με ξύπνημα στις 06:00 για να πάμε με το πλοιαράκι με τους εργάτες που εργάζονταν στα λατομεία ελαφρόπετρας εκεί. Δεν τα καταφέραμε, ξύπνημα στις 11:00 και καφέδες κτλ και μπάνιο στους Χόχλακες δίπλα από το Μανδράκι. Εκεί ψηθήκαμε: ήταν μια από τις θερμότερες μέρες του καλοκαιριού και η θερμοκρασία όπως τσέκαρα με το κινητό στην Κω ήταν 38 βαθμοί. Περιττό να πω ότι τα έπαιξα από τη ζέστη, τόσες ώρες στον ήλιο, ακόμα και κάτω από ομπρέλα, αφού μέχρι και τα παιδιά κουράστηκαν από τη ζέστη. Μετά, σουβλάκι στο Mike 's (famous gyros of Nisyros): κακό κρέας. Δεν το συνιστώ. Σπίτι, ύπνος, μπάνιο και μετά φαΐ βραδινό στο Εμπορειό, στο πρώτο ταβερνάκι της πλατείας (Το Μπαλκόνι του Εμπορειού). Γύρω ανάμεικτη η τοπική διάλεκτος (νοιάζει μνε ροδίτικα-τζυπριακά). Όλοι οι μετανάστες από την Αμερική και την Αυστραλία έρχονται πίσω, είτε από νόστο είτα από όρεξη να πουλήσουν μούρη με τα λεφτά και το ύφος τους εις αλλήλους και στους μαραζωμένους εναπομείναντες κατοίκους. Με τα παιδιά πολύ γέλιο, τους έκανα το μπρούκλη που επέστρεφε με σπασμένα ελληνοαγγλικά. Πολύ ωραίο γεμιστό κατσικάκι με ρύζι και τυρί φέτα ψημένο σε ροζέ κρασί και πιτιές= ρεβυθοκεφτέδες. Γύρω όλοι ύφος ελληνοαμέρικάνικο, λες και βγαίνεις από φροντιστήριο αγγλικών. Γυρίσαμε για ύπνο, είχαμε αύριο το Γυαλί.
20.8.06
Άφιξη στη Νίσυρο

Ξυπνήσαμε κατά τις 12:00. Το σπιτάκι πάρα πολύ περιποιημένο, με μια κρεβατοκάμαρα και 2 κρεβάτια στο καθιστικό, το οποίο από πάνω είχε καμάρες Ισόγειο χτισμένο με πέτρα με και μια μικρή αυλή πάνω από ένα εκκλησάκι στρωμένη με πλάκες Καρύστου. Είναι το μόνο ενοικιαζόμενο που έχω μείνει και δε σου κάνει κέφι να φύγεις. Μετά πήγαμε στο κέντρο όπου κανονίσαμε τα εισιτήρια για Σύμη και μετά ήπια σουμάδα Νισύρου σε ένα πολύ ωραίο μπαράκι δίπλα από την ταβέρνα του Κλεάνθη (δε θυμάμαι το όνομα του), ένα τοπικό αναψυκτικό με βάση το αμύγδαλο και ίσως το γάλα.
Μετά, πήγαμε στην Παχειά, γύρω στα 8-9 χιλιόμετρα από Εμποριό, στην οποία η πρόσβαση είναι μόνο με τα πόδια και καταλήγει σε μια παραλία με μαύρη άμμο, όπου πίσω από τους αμμόλοφους είναι χαμηλές ελιές και είναι τίγκα στους κατασκηνωτές. Χιπισμός κι ανεμελιά. Και η πλάκα είναι ότι στο τέλος του δρόμου βλέπεις ένα κάρο αυτοκίνητα μηχανές και παπάκια και όταν φτάνεις μετά από πεντάλεπτο περπάτημα στην παραλία βλέπεις 2-3 άτομα εδώ, άλλα 2-3 άτομα 100 μέτρα πιο πέρα και λες: όλα αυτά τα αυτοκίνητα ποιος τα έχει φέρει; Και πας πίσω από τους αμμόλοφους και ανακαλύπτεις μια ολόκληρη κοινότητα. Επίσης, αρκετός γυμνισμός Από εκεί φύγαμε κατά τις 18:30.
Καθώς είχαμε κάποιο περιθώριο μέχρι να δύσει ο ήλιος, είπαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι τα ηφαίστεια, τα οποία βρίσκονται σε ένα οροπέδιο στο κέντρο του νησιού και περιστοιχίζονται από τις απόκρημνες πλαγιές του νησιού, δημιουργώντας κάτι που μοιάζει με καλδέρ.α Παρ 'όλα αυτά, αν και η ατμιδική δραστηριότητα του ηφαιστείου συνεχίζεται (κάποιος ντόπιος μου είπε ότι κάθε 5 περίπου χρόνια, ανοίγει το ρήγμα που περνάει κάτω από τον κεντρικό κρατήρα και γεμίζει νερό, το οποίο ανεβαίνει στην επιφάνεια βραστό πλέον και έτσι δημιουργείται το φαινόμενο των ατμίδων, οι οποίες έχουν συνήθως μυρωδιά κλούβιων αυγών,λόγω του θείου που αφθονεί σε τέτοια ηφαιστειογενή εδάφη.
Μετά μπάνιο στο σπίτι και αμέσως για φαΐ στον Κλεάνθη, πάρα πολύ καλό φαγητό. Επίσης, ένα μόνιμο πρόβλημα της Νισύρου και των απομονωμένων νησιών είναι ότι οι διακοπές του ρεύματος από τη ΔΕΗ είναι τόσο συχνές και πολύωρες, που κυριολεκτικά κάνουν τους μαγαζάτορες με ευαίσθητα προϊόντα να απηυδίσουν γιατί δε μπορούν να προσφέρουν κυριολεκτικά τίποτα και τους χαλάει συνέχεια την εικόνα τους. Το φαγητό πάντως πολύ καλό. Συνιστώ τη μακαρονάδα θαλασσινών. Το ποτό μας το ήπιαμε στα Λιοτρίδια, καθώς σε αυτό δίπλα από τον Κλεάνθη δεν είχε τραπέζι ούτε για δείγμα.
19.8.06
Αναχώρηση για Νίσυρο
Αναχώρηση στις 13:00 παρά πέντε λεπτά.Το ταξίδι μετά το Σούνιο και τη Μακρόνησο συνεχίστηκε με πάρα πολύ αέρα. Περάσαμε νότια από τη Σύρο και συναντώντας τα βόρεια της Νάξου μέσα από το στενό, μπερδευτήκαμε με το ζευγάρι των Γερμανών που συνομιλούσα (γνωρίζω καλά το Αιγαίο και τις θέσεις των νησιών, τουλάχιστον όσο τα βλέπω πάνω από το πλοίο μπορώ να αναγνωρίσω τι είναι ποιο και νομίζαμε ότι ήταν τα βόρεια της Σύρου. Εκεί θυμόμουνα ότι από το '99-'00 υπάρχουν στο βόρειο άκρο ανεμογεννήτριες. Στη συνέχεια περάσαμε το φάρο βόρεια την Νάξου, κάποιες βραχονησίδες των οποίων το όνομα μου διαφεύγει και προς την κατεύθυνση του Βορρά διέκρινα ένα φάρο που δε μπορούσα να αναγνωρίσω. Με το που περάσαμε τη νότια Σύρο ο αέρας έκοψε και παρ' ότι βρισκόμασταν στο Ικάριο, με τους γνωστούς θυελλώδεις ανέμους του, το κύμα παρέμενε υψηλό και ακανόνιστο. Τα απόνερα της Δημητρούλας του κυρίου Αγούδημου ήταν ένα συνεχές ζιγκ-ζαγκ και κοπάναγε συνέχεια εδώ και εκεί, κλυδωνιζόταν πολύ ακανόνιστα. Δοκίμασα να κοιμηθώ στην καμπίνα, αλλά δεν τα κατάφερα. Μετά τις 23:00 πήγα ξανά στο κατάστρωμα. Είχα αρχίσει πλέον να νυστάζω. Ο άνεμος και το κύμα είχαν κοπάσει. Τότε πλέον κατάφερα να κοιμηθώ.
Όση ώρα κοιμόμασταν, το πλοίο έπιασε διαδοχικά Κάλυμνο, Κω, και κατά τις 04:45 ο καμαρότος μας ξύπνησε για να κατεβούμε στη Νίσυρο, πολύ πιο σύντομα από ότι είχαμε προβλέψει. κατά τις 07:00.Μόλις κατεβήκαμε , πήγαμε στο μόνο πράγμα που ήταν ανοιχτό, ένα φούρνο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Μας πήρε τηλέφωνο ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που ξεκινούσε για ψάρεμα. (κος Γιώργος και Ειρήνη Αμαριώτη, ξενώνας "Σπηλάδι", τηλ. 2242031166 /214.τιμή studio 100 ευρώ την ημέρα.Μετά από λίγο μας μάζεψε από το φούρνο. Μας οδήγησε στο σπίτι και εκεί η γυναίκα του μας έδειξε τα κατατόπια.Πέσαμε ξεροί για ύπνο.
5.1.05
Βόλτες στην πόλη
Επιτέλους ξημέρωσε. Είχε πάει η ώρα έντεκα. Αποφάσισα να βγω. Ο Νιλς μου είχε αφήσει τα κλειδιά. Βγήκα, περπάτησα μέσα στα χιόνια για πέντε περίπου λεπτά και έφτασα στο μαγαζί της στάσης του λεωφορείου, το οποίο (φυσικά) διέθετε τα πάντα: χάμπουργκερ, χοτ-ντογκ, βιντεοκασέτες, περιοδικά, εφημερίδες, σοκολάτες κτλ. Εκεί έφαγα δύο χοτ-ντογκ και πήρα διάφορα άλλα σκατολοΐδια για το σπίτι, γιαούρτι "skjor", γάλα, κορν φλέικς και μπύρες. Δεν ήθελα να επιβαρύνω τα παιδιά με την παρουσία μου και προσπαθούσα να αποφεύγω να τρώω στο σπίτι. Μετά πήρα το λεωφορείο μέχρι το Μγόδ, σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο και δίπλα από το εμπορικό κέντρο Κρίνγκλαν. Εκεί ήθελα να πάω στο ταχυδρομείο για να στείλω στο Πατρεκσφγιέρδουρ τα παιχνίδια και τα δώρα για τη Μαρία, το Χάλντορ και τα παιδιά. Επίσης έπρεπε να αλλάξω μερικά χρήματα από ευρώ σε ισλανδικές κορώνες, γιατί είχα ξεμείνει. Ε, δεν ήθελε και πολύ. Τρεις μπύρες να πιεις, πάνε 30 ευρώ. Έκανα μια βόλτα ήπια ένα καφέ σε ένα πολύ κυριλέ καφέ στην Λάικγιαργκάτα, ήταν πολύ γευστικός, αλλά η τιμή του πλέον ξέφευγε από τα φτηνά δεδομένα του καφέ στην Ισλανδία.
Η Χέκλα ετοίμαζε κάποια θρησκευτικά τραγούδια που θα τραγουδούσε την επόμενη μέρα στην εκκλησία. Τους ρώτησα αν μπορώ να πάω μαζί τους. Πάντως, φανταζόμουν κάτι σαν περίπου χορωδία, όπως αυτή που τραγουδούσε η Ιζόλδη στο Φράιμπουργκ. Μου είπαν ναι, αν και κάποια στιγμή προβληματίστηκα για την απόφασή μου, αλλά κατά βάθος ήμουν πολύ περίεργος.
Η Χέκλα ετοίμαζε κάποια θρησκευτικά τραγούδια που θα τραγουδούσε την επόμενη μέρα στην εκκλησία. Τους ρώτησα αν μπορώ να πάω μαζί τους. Πάντως, φανταζόμουν κάτι σαν περίπου χορωδία, όπως αυτή που τραγουδούσε η Ιζόλδη στο Φράιμπουργκ. Μου είπαν ναι, αν και κάποια στιγμή προβληματίστηκα για την απόφασή μου, αλλά κατά βάθος ήμουν πολύ περίεργος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
