30.4.07

Βόλτες και λάιβ

Ξύπνησα κατά τις 12:00. Είχα φαίνεται συσσωρεύσει αρκετή κούραση από την προηγούμενη εβδομάδα και μου έβγαινε εκεί. Μέχρι να ξυπνήσω, να πιώ καφέ, να κάνω μπάνιο και να σερφάρω , η ώρα είχε φτάσει 14:30 και η Κατερίνα είχε επιστρέψει από τη δουλειά και ήταν ελεύθερη να πάμε βόλτες με το αυτοκίνητο.
Πήγαμε προς τα νότια, προς το Σπήλιο και χωθήκαμε σε κάτι αγροτικούς δρόμους ανάμεσα στις ελιές. Ήταν ωραία, ήταν στρωμένα με κάτι σαν ελιόπανο που μάλλον ήταν πυκνό δίχτυ και έβγαζε μια ατμόσφαιρα απόκοσμη, γκόθικ, παραμυθιού. Εξ' άλλου, όλη η Κέρκυρα λόγω της υγρασίας και των βροχών είναι τόσο πυκνή σε βλάστηση, που λίγα, ελάχιστα τετραγωνικά γης μένουν χωρίς να είναι πράσινα, ακόμα και στη μέση του καλοκαιριού. Περιηγηθήκαμε στους δρόμους της πόλης και στα στενά, συζητώντας περί ανέμων και υδάτων. Το βράδυ είχαμε πληροφορίες για μια εμφάνιση ενός συγκροτήματος στην Αχαράβη, στο μπαρ Freddo. Τελικά καταλήξαμε εκεί, κατά τις 22:30. Ήταν μια συνάδελφος της Κατερίνας και κάποιες άλλες φίλες της που γνώριζαν κάποια παιδιά του συγκροτήματος το οποίο λεγόταν Zona Bastarda, έπαιζαν funk, jazz, blues, latin, ethnic, salsa και διάφορα άλλα, τα οποία όμως τα έπαιζαν με ένα εύθυμο τρόπο που έφτιαχνε πολύ τη διάθεση. Ο κόσμος που ήταν μαζεμένος πολύ ωραίος, άντρες - γυναίκες εξ' ίσου τα ποσοστά, πάρα πολλοί φοιτητές, σου άνοιγε την όρεξη για φλερτ και καμάκι, σαν ένα μεγάλο πάρτυ, σαν όλοι να ήξεραν για πιο λόγο είχαν πάει εκεί.
Έχοντας όμως καθυστερήσει περίπου μια ώρα να βγούν, εμείς είχαμε ήδη κουραστεί και κατά τις 01:00 αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Η Κατερίνα σκέφτηκε μήπως ήθελα να μείνω περισσότερο και να επιστρέψω με τα κορίτσια που έμεναν κοντά. Στην επιστροφή ψιχάλιζε. Ο Γιώργος μας περίμενε στο σπίτι. Τελικά κοιμηθήκαμε αργά.

29.4.07

Μεσημέριασε Κυριακή


Σήμερα ήρθε ο Γιώργος και πήγαμε για φαγητό στους Δουκάδες. Καθήσαμε στης κυρίας Ελισάβετ (όχι αυτή της Αννίτας Πάνια, "που είναι ο Βάγκνερ", κτλ), μια ταβέρνα με κερκυραϊκά φαγητά , ελάχιστα στον αριθμό, αλλά πολύ καλά μαγειρεμένα, και με κόκκινο κρασί χύμα, ίσως το καλύτερο που έχω πιει ποτέ από χύμα. Ο λογαριασμός; για 3 άτομα 30 ευρώ. Η χαμηλότερη τιμή που έχω πετύχει σε μαγαζί. Αν και βέβαια η καθαριότητα δεν είναι και η καλύτερη, το μαγαζί είχε γύρω-γύρω διακόσμηση από άπειρα μπουκάλια παλιών ούζων, κονιάκ και μπράντι, σαν να είχε μείνει ο χρόνος πίσω στη δεκαετία του '60-'70, και μουσική υπόκρουση λαϊκών της εποχής. Το απόγευμα πήγαμε για ποτό στο Λιστό, στο μπαρ Κοχλίας. Συμπαθέστατο, στέκεσαι όρθιος έξω, πίνεις το ποτό χαλαρά και πιάνεις κουβέντα με κάθε διερχόμενο.

28.4.07

Ολοταχώς προς την άδεια

Σάββατο, μετά από αρκετές αμφιβολίες για το αν θα έπρεπε να έρθω με τη Βέσπα (που την είχα συντηρήσει μόλις την Πέμπτη) ή με το αυτοκίνητο. Το τηλεφώνημα που έκανα την Παρασκευή το βράδυ στην Κατερίνα ήταν καθοριστικό: "πήγαινε όπου θέλεις με τη Βέσπα, μόνο στο χωριό μην εμφανιστείς με αυτήν. Κρύψε την, προσποιήσου ότι ήρθες με το λεωφορείο, αλλά μην εμφανιστείς με αυτή στο μπαμπά". Είναι γεγονός ότι όταν με είδαν στο χωριό πέρυσι, έπαθαν εγκεφαλικό. Πραγματικά, όλο το βράδυ της Παρασκευής δεν ήξερα τι να κάνω. Είπα να αποφασίσω το πρωί. Και όντως τότε είπα να πάρω το αυτοκίνητο, να το αφήσω στην Ηγουμενίτσα και από εκεί να πάω με το πλοίο απέναντι.
Τελικά αναφώρησα στις 10 το πρωί, αφού έβαλα βενζίνη και διάφορα άλλα για να βγω τελικά από την Αθήνα στις 11:00 το πρωί, με κατεύθυνση προς τη Μαγούλα, για να γλιτώσω τα υπερβολικά τέλη της γέφυρας του Ρίου και την καθυστέρηση του κλασικού πορθμείου.
Μετά από 4 ώρες, είχα φτάσει στο Μεσολόγγι, όπου είχα αποφασίσει να φωτογραφίσω τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό με όποιο τροχαίο υλικό είχε απομείνει. Και ευτυχώς δεν απογοητεύτηκα. Συνέχεια είχε το Αιτωλικό, όπου και εκεί υπάρχει σταθμός και μπορεί κανείς να τα δει εκεί μπροστά στη διασταύρωση προς το Αιτωλικό.
Διέλευση από Αστακό-Βόνιτσα-Άκτιο-Πρέβεζα, και κατά τις 17:15 έχω φτάσει στην Ηγουμενίτσα, όπου θρονιάζομαι στο πορθμείο και βγάζω τα ταπεράκια για να φάω τυρί, παριζάκι και ζαρζαβατικά, υπό το βλέμμα των διαφόρων που με κοιτούσαν λοξά. Χέστηκα βέβαια, τουλάχιστον εγώ ήξερα τι έτρωγα σε αντίθεση με αυτούς που μάλλον είχαν χορτάσει με τις αηδίες των σαντουιτσάδικων του λιμανιού ή του πλοίου.
Το Κατερινάκι με περίμενε. Όπως πάντα, ετοιμαστήκαμε για να βγούμε. Πήγαμε στο Κάστρο, όπου λειτουργεί το μπαρ "Bora-Bora", και έπαιζε χαουζάδικα και λαϊκοπόπ, με θαμώνες ντυμένους για βραδίνή έξοδο/γάμο. Απορώ μερικές φορές γιατί ο κόσμος βγαίνει έξω. Για να "διασκεδάσει"; Αφού πλήττει. Το βλέπεις στα μάτια τους. Στις κινήσεις τους. Ούτε να φλερτάρει. Αν κάποιος άντρας το διανοηθεί, θα εισπράξει το απαξιωτικό βλέμμα των τυχόν γυναικών της παρέας. Η Κατερίνα ήταν όπως σχεδόν πάντα ευδιάθετη, αν και το συγκεκριμένο μπαρ δε με προδιέθετε για κανένα από τα δύο. Μαζί μας ήταν και ένας φίλος της Κατερίνας που της είχε αφήσει ένα γατί να του το ταΐζει, και μια φίλη της κοσμογυρισμένη που τον τελευταίο χρόνο είχε κατασταλάξει στην Κέρκυρα προσπαθώντας να αποκατασταθεί επαγγελματικά. Όχι πολύ αργά πήγαμε για ύπνο, και καθώς ο Γιώργος δεν είχε επιστρέψει στην Κέρκυρα, κοιμήθηκα στον καναπέ.