24.9.08

Wedding in Sifnos


I departed for the island of Sifnos for a wedding on Saturday. Loaded the motorbike 's top case with the absolutely necessary (plus the wedding 's costume) on listening to the adverse weather warnings. Woke up at 06:00, ship departs at 07:25. During the ship 's five-and-a-half hours trip was already drizzling. When i got off the ship, the hotel was next to the port, i did not have to ride a long distance. But the rest of the people were staying in Apollonia (the capital), some 5 km away. fortunately, i was well prepared for heavy rain. I have gore-tex trousers, motorcycle boots, 2nd pair of sweaters, jeans and only 1 T-shirt! And of course the σαγιονάρες. But that wasn' t enough. I had all the heavy rain on my back, since we decided to lunch in Kamares (the port), next to my hotel! It was already windy, i was wet and feeling quite cold, but stood all along the table gathering at the taverna, shielded only by the ugly clear plastic curtains, ubiquitous at the taverns and cafeterias. Finally, i managed to dry off my clothes and got out to meet the rest of the people in a bar (in the night). The night was wild, with very cool music and dances at Μπότζι bar, the only bar remaining open in the centre of Apollonia, very cool tunes, sometimes fast jazzy, sometimes soul, sometimes classic rock. Happily, the next day (Sunday), chilly though, was sunny enough for the wedding, in a tiny church next to the groom 's childhood house, at the northernmost point of the island. The wedding ceremony was at the most dramatic landscape i 've ever seen for a wedding. OMG, i 'll show you in pictures... It was the landscape, the ambient, the people. The most important was that nobody complained (as usually does) about the stone-jagged footpath to reach the church on the top of the hill, not even the women. It is possible because everybody was determined for the wedding, because rarely somebody travels for totally 8 hours roundtrip and spending almost 200 euros (travel and accommodation only) for complaining afterwards about everything (we had to walk to the church, there was no sun and it was cold, I forgot my 2nd pair of mules, this nail polish does not fit with my dress/eyes/panty etc).
The wedding gala was beautiful, next to the little hotel 's pool, within sight of Kastro settlement and Paros' and Antiparos' hazy lights in the distance. Unfortunately, the shivering gusts from time to time were creating an uncomfortable situation to almost everybody. After an occasional drizzling at about 2 o' clock in the morning, the έντεχνο band decided to give up, for both the empty dancefloor and the fear of some short circuit.

18.1.08

Επέτειος

Θυμάσαι, ε; Πάνε τέσσερα χρόνια από σήμερα... Δεν θα ήταν δυνατόν εξ' άλλου... Πως θα γινόταν άλλωστε... Αυτή η μέρα θα παραμείνει για πάντα η πένθιμη καμπάνα της ζωής σου. Από καιρό σε καιρό θα χτυπάει και θα σου θυμίζει. Τα φοβερά ατοπήματα και τις παραλείψεις. Τη δειλία σου. Να μη μπορείς να ανταπεξέλθεις στην αγάπη. Μπορεί να καιγόταν δίπλα σου, ή μπορεί και να την έκαιγες και εσύ χωρίς να το καταλαβαίνεις, και εσύ, φιρουλί-φιρουλό. Ειδικά αυτή που σαν σήμερα έχασες για πάντα.
Όχι, δε θέλω να σε αδικήσω. Σου γράφω το χρονικό σου. Ξέρω ότι υπέφερες. Ενάμιση χρόνο μετά, είχες ξεχάσει να ζεις. Θυμάσαι άραγε κάτι από την περίοδο 2004-2005; Κάτι όμορφο που να σου έμεινε αποτυπωμένο στη μνήμη; Κάτι που να κρατήσεις σα φυλαχτό, όπως πάντα κάνεις; Θέλεις να σου θυμίσω; Μάλλον όχι, ξέρεις εσύ.
Θυμάσαι τι σου είχε πει κάποτε η Έφη η θεσσαλονικιά; Κάποια στιγμή η αδιαφορία σου την είχε στενοχωρήσει. Και οι γυναίκες τα συναισθήματα τα μυρίζονται από χιλιόμετρα. Και τι γύρισε και σου είπε; "καλά, έτσι είσαι πάντα; έτσι όπως το πας, θα περνούν οι άνθρωποι από τη ζωή σου, από μπροστά σου και δε θα παίρνεις μυρωδιά". Και εσύ κάγχασες με ένα μπλαζέ μορφασμό. Δε σου άρεσε που είχε ανακαλύψει τις προθέσεις σου. Δε σου άρεσε η κριτική. Θεωρούσες μικρόψυχο όποιον σου έκανε κριτική. Σε εσένα, το θεό. Παρά τη δυσαρέσκειά σου όμως, τα λόγια της τα κράτησες. Άρα δεν σε είχαν αφήσει αδιάφορο. Φοβόσουν μήπως επαληθευτούν. Και γνώριζες ότι βάδιζες προς την καταστροφή, αλλά δεν έκανες τίποτα να το αποτρέψεις, όπως τις αρχαίες τραγωδίες. Κάπου μέσα σου σε έτρωγε η αμφιβολία, ότι μπορεί να μην είναι έτσι. Καλό αυτό.
Και ήρθε η πληρωμή σου γι' αυτό. Σε πολύ σκληρό νόμισμα. Εκτός και εάν όχι. Γιατί μπορεί στο παρελθόν να μην είχες ανταμειφθεί το μισθό της ύβρης και του μαρτυρίου, οπότε να το θεωρούσες σκληρό. Γιατί ίσως να μην είχες μάθει ποτέ σου να πληρώνεις για τα λάθη σου. Θυμάσαι ποτέ να νιώθεις τύψεις αν πληγώνεις κάποιον; Και πάλι καλά αν το αντιλαμβανόσουνα. Γιατί ποτέ δεν μπήκες στον κόπο να προβληματιστείς.
Όχι, δε σου έλειψαν οι δραστηριότητες αυτό το διάστημα. Ή τα ταξίδια. Ή τα ενδιαφέροντα. Ή οι έξοδοι. Τα έκανες όλα. Παρά την αιώνια γκρίνια σου για τα οικονομικά. Αλλά δεν εκτίμησες τίποτε απ' αυτά. Γιατί δεν τα έβλεπες με τα μάτια της ψυχής σου. Τα έβλεπες με τα μάτια του μπροστινού μέρους του κεφαλιού σου.
Ναι, υπέφερες κακομοίρη μου. Σε έβλεπα από τη γωνιά της μισόκλειστης πόρτας του σαλονιού, να κάθεσαι ώρες ατελείωτες μπροστά στον υπολογιστή. Και έκλαιγα από μέσα μου, βλέποντάς σε έτσι, για μέρες ατελείωτες, ολομόναχο μέσα στο σπίτι. Και που και που να σηκώνεσαι και να πηγαίνεις στον καθρέφτη, και να κάθεσαι να χαζεύεις τα μούτρα σου, που έδειχναν γερασμένα. Όχι από γηρατειά, αλλά από μοναξιά. Χωρίς να περιμένεις κανένα τηλέφωνο, παρά μόνο από τους δικούς σου και το Νίκο. Και δεν τον έπαιρνες πίσω, γιατί σου θύμιζε τη μιζέρια σου. Κι αυτός ο καημένος, ήταν πολύ μπλεγμένος.
Ώσπου, σε κάποια στιγμή, η φουσκωμένη πληγή έσπασε. Ήρθαν τα μαντάτα. Δε μπορούσες να συνειδητοποιήσεις ότι συμβαίνει σε σένα. Ότι θα προχωρούσε μπροστά χωρίς εσένα. Ότι δε σε θεωρούσε θεό. Γιατί τη θεωρούσες δεδομένη. Τη θεωρούσες δική σου, χωρίς να δίνεις όμως τίποτα. Και να φανταστείς ότι σε αγαπούσε κιόλας.
Για μια εβδομάδα ήσουν σκιά του εαυτού σου. Το βράδυ της πρώτης Κυριακής ήσουν στα πρόθυρα της τρέλας. Έβαλες το γκορ-τεξ τζάκετ που έχεις για το βουνό και πήγες με τη βέσπα στη Χαλκίδα, μέσα στο βράδυ, μέσα στο χιονόνερο της Μαλακάσας, για να βρεις τη Λέλα να σε παρηγορήσει. Πηγαινοερχόσουνα στο Μάνο ψάχνοντας άνθρωπο για να μιλήσεις. Για μια εβδομάδα περιφερόσουν σχεδόν νηστικός, το πρωί με καφέδες, το βράδυ με ποτά και τσιγάρα, άυπνος. Στο τέλος της εβδομάδας δεν άντεξες.
Ψυχίατρος, ψυχολόγος, χάπια ήταν τα πρώτα βήματα για την επαναφορά. Δε σου άρεσε καθόλου. Αισθανόσουν ψυχοπαθής. Εξαρτημένος. Προβληματικός. Άχρηστος. Αλλά στην κατάσταση που είχες φτάσει, δεν είχε σημασία τι θεωρούσες εσύ. Ήταν τι είναι σωστό να γίνει. Πλέον είχες πιάσει πάτο.
Η άνοδος στην επιφάνεια πολύ δύσκολη. Μακρύς ο δρόμος της επιστροφής και ήσουν έτοιμος να πνιγείς. Και ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται. Και προσπάθησες να αναστήσεις μια παλιά σχέση. Αλλά βαρύ το παρελθόν, πολλές οι αμαρτίες... Το είδες από τις πρώτες μέρες. Ο δρόμος που διάβαινες, αδιάβατος. Αποτυχία, πάλι. Αλλά έπρεπε να ξανασταθείς. Αυτό ήταν πρόβλημα: είχες ξεχάσει να μάχεσαι. Έπρεπε να δείξεις ότι ξέρεις. Να "πιστοποιηθείς". Ειδικά όταν κάποιοι σε προσέβαλαν λέγοντάς σου ότι δεν ξέρεις τίποτα. Έπρεπε να τρίψεις κάτι στα μούτρα αυτών των αχρείων. Και την πρώτη απέτυχες. Και το ξαναπάλεψες. Και τα κατάφερες! Δεν ήταν και κάποια σπουδαία κατάκτηση, αλλά στην κατάσταση που βρισκόσουν, οτιδήποτε χρειαζόταν. Αλλά μετά επαναπαύθηκες για λίγο. Νόμιζες ότι έγινες δερβέναγας! Λάθος, γι' αυτό το καλοκαίρι του '06 είχες τις μαύρες σου. Έπρεπε να ξαναδοκιμάσεις. Να βάλεις νέο στόχο. Αυτός καθυστερούσε να μπει. Όμως προσπαθούσες.
Δοκίμασες μια σχέση. Δεν κράτησε. Ήσασταν διαφορετικοί. Προχώρησες όμως. Μετά από λίγο καιρό ξαναδοκίμασες. Αυτή κράτησε ακόμα πιο λίγο. Σε χάλασε πολύ, γιατί σου άρεσε αρκετά. Δοκίμασες το διαδίκτυο. Προσπάθησες και εκεί. Δεν κατάφερες και σπουδαία πράγματα. Ξαναδοκίμασες να "πιστοποιηθείς". Σε θυμάμαι καλοκαιριάτικα, μέσα στον ανηλεή καύσωνα του Ιουνίου να ξεροσταλιάζεις μπροστά στο λάπτοπ, στη βεράντα. Πριν τις διακοπές τα είχες καταφέρει, ήσουνα "πιστοποιημένος". Μια πρώην φιλενάδα σου είχε σκοτωθεί σε τροχαίο. Γυρίζοντας από τις διακοπές, έμαθες ότι ένας πρώην συνάδελφος είχε πεθάνει από καρκίνο. Αυτά ήρθαν για να σου θυμίσουν τι λίγα πράγματα προλαβαίνεις να δεις στη ζωή. Έβαλες άλλο στόχο. Να πάρεις πτυχία στις γλώσσες. Το Δεκέμβριο το κατάφερες και αυτό.
Είσαι αρκετό καιρό μόνος σου. Δεν έχεις αρκετά προσόντα στα σημεία σε σχέση με τους άλλους. Είσαι αργός στις αποφάσεις σου. Δεν εκμεταλλεύεσαι άμεσα τις ευκαιρίες. Έμαθες όμως κάτι άλλο: να παλεύεις και να μην επαναπαύεσαι. Έπρεπε να δεις πόσο μακρυά μπορείς να φύγεις από την περιοχή ελέγχου σου. Πόσο καλά είσαι έτοιμος να αντικρίσεις τους δαίμονες σου. Να βγεις έξω, στην παγερή και σκοτεινή νύχτα της ψυχής σου. Να επιβιώσεις, να ξανασηκωθείς και να φύγεις πάλι μπροστά.
Για αυτή τη σημερινή επέτειο των τεσσάρων χρόνων, σου αφιερώνω δύο κομμάτια. Το πρώτο για τη μοναξιά σου, τις προσδοκίες σου και την κατάρρευσή σου. Το δεύτερο για τον αγώνα, την πάλη, το μαγγανοπήγαδο.
New Order - Temptation

A Heaven, a gateway, a hope
Just like a feeling inside, it's no joke
And though it hurts me to treat you this way
Betrayed by words, I'd never heard, too hard to say

Up, down, turn around
Please don't let me hit the ground
Tonight I think I'll walk alone
I'll find my soul as I go home

Each way I turn, I know I'll always try
To break this circle that's been placed around me
From time to time, I find I've lost some need
That was urgent to myself, I do believe

Up, down, turn around
Please don't let me hit the ground
Tonight I think I'll walk alone
I'll find my soul as I go home

Oh, you've got green eyes
Oh, you've got blue eyes
Oh, you've got grey eyes
And I've never seen anyone quite like you before
No, I've never met anyone quite like you before

Bolts from above hurt the people down below
People in this world, we have no place to go
Oh, it's the last time
Oh, I've never met anyone quite like you before
Oh no, I've never met anyone quite like you before

Εμείς που μείναμε - Βίκυ Μοσχολιού

Μουσική/Στίχοι: Ξαρχάκος Σταύρος/Γκάτσος Νίκος 
Εμείς που μείναμε στο χώμα το σκληρό
Για τους νεκρούς θ' ανάψουμε λιβάνι
Κι όταν χαθεί μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό
 
Εμείς που μείναμε, θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι
Ένα τσαμπί σταφύλι από τ' αμπέλι
Και δίχως πια του φόβου το τριβέλι
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή
 
Εμείς που μείναμε, θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
Και πριν για πάντα η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι
και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά

24.10.07

Και πίνω μπύρες

Ανάμεσα στα mp3 που μου έδωσε προς κατανάλωση κατά χιλιάδες συνάδελφος στο γραφείο, είχα κολλήσει το και πίνω μπύρες από τα παιδιά από την Πάτρα. Δε μπορούσα να ξεκολλήσω, όλο το απόγευμα στο σπίτι άκουγα αυτό.
Και μόνο στο άκουσμα του κομματιού και του συγκροτήματος, θα σηκωνόταν η τρίχα των κομψευόμενων των τεχνών και της "ποιότητας". Και εν μέρει έχουν δίκιο. Οι στοίχοι του κομματιού, επιφανειακοί. Η μουσική, τυποποιημένη. Γιατί όμως μου είχε κολλήσει, όπως και τόσα άλλα σαχλά και γλυκανάλατα κομμάτια που ακούω από περασμένες δεκαετίες;
Κάθισα και σκέφτηκα από που προέρχονταν όλη αυτή η εμμονή. Αυτά τα λαϊκά, όπως και άλλα ξένης προέλευσης της εποχής, ήταν η μουσική που άκουγα όταν πηγαίναμε με τους γονείς μας σε ταβέρνες, ή στο ραδιόφωνο του οικογενειακού αυτοκινήτου κατά τη μελαγχολική επιστροφή του απογεύματος της Κυριακής στο σπίτι από κάποια ημερήσια εκδρομή για φαΐ από τα πέριξ της Χαλκίδας. Η μουσική που άκουγα όταν πήγαινα στα σουβλάκια της γειτονιάς.
Τα περισσότερα κομμάτια που όταν αρχίσουν και περνάνε σιγά-σιγά τα χρόνια και κάποια στιγμή τα ανακαλούμε στη μνήμη μας, δε διεκδικούν δάφνες ποιότητας. Είναι χάλια. Δεν άλλαξαν τη ροή της μουσικής, όπως κάποιοι συνομήλικοί μου διατείνονται: "α, ρε, τι κομμάτια έβγαλε η εποχή μας", "η σημερινή νεολαία ακούει σκουπίδια", κτλ., μιλώντας ακριβώς όπως μιλούσαν οι γονείς μας πριν από 30-40 χρόνια. Ήταν ο συνδετικός κρίκος των αναμνήσεων μιας εποχής που ήμασταν αθώοι. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο. Απλά ο κόσμος όσο μεγαλώνει, συνηθίζει να μεταφράζει το παλιό σε ποιοτικό έχοντας σα μέτρο σύγκρισης πάντα την εφηβεία του. Όπως και σε παλιότερες εποχές, οι γονείς μας. Έχοντας μεγαλώσει με Έλβις (ηθική κατάπτωση το λίκνισμα των γόνατών του τότε) ακούγοντας τη Madonna και τους Duran-Duran, έλεγαν: "ποια είναι αυτή η βυζαρού;" - "ποιοι είναι αυτοί οι αλήτες με τα κουρέλια;"
Αυτά τα λαϊκά ήταν όπως ένα αντικείμενο, ένα παιδικό παιχνίδι που ανακαλύπτεις μετά από αρκετά χρόνια μέσα κούτες ξεχασμένες σε μια αποθήκη, σε ένα πατάρι μετά από αρκετά χρόνια. Πιθανόν να ήταν ένα ευτελές πλαστικό αεροπλανάκι, μια χαλασμένη κούκλα, μερικά τουβλάκια LEGO. Το ίδιο το αντικείμενο δεν ήταν ακριβό. Ήταν ευτελές, ευτελέστατο, ένα βιομηχανικό προϊόν. Όπως και η μουσική τότε, και τώρα ακόμα περισσότερο. Δεν είναι το ίδιο που έχει αξία. Είναι όμως η ανάμνηση που του δίνει αυτή την αξία.

Οι μπύρες - Τα παιδιά από την Πάτρα

Μια ερωτική βραδιά
Μου χάρισες τρελή καρδιά
Ήρθες ξαφνικά
Με άναψες φωτιά

Το τσιγάρο στο τασάκι μου το άφησες
Μα την καρδιά μου πήρες
Και μόνο με παράτησες
Και πίνω μπύρες... πίνω μπύρες... πίνω μπύρες...
Και πίνω μπύρες... πίνω μπύρες... πίνω μπύρες...

Με δυο λόγια τυπικά
Και δυο βιαστικά φιλιά
Φεύγεις βιαστικά
Και πονώ βαθιά

Το τσιγάρο στο τασάκι μου το άφησες...