4.5.07

Ο σταθμός του χωριού


Σήμερα το μεσημέρι πήγα και έβγαλα φωτογραφίες το σημείο που ήταν παλιά ο σταθμός των Αραχωβιτίκων. Θα ήθελα πολύ να βρω φωτογραφίες από τον παλιό σταθμό, αυτόν που εντελώς γελοία και χωρίς αιτία κατεδάφισε ο ΟΣΕ ή δεν ξέρω ποιος άλλος (αν και υποψιάζομαι ποιος) το 1991, για τη διάνοιξη δρόμου παραπλεύρως της γραμμής, για να δώσει αξία στα οικόπεδά του (;). Φωτογράφισα την γραμμή, τη διάβαση, τους αυτοματισμούς για τους σηματοδότες και τα καμπανάκια του τρένου, όλα γεμάτα παιδικές αναμνήσεις.
Επίσης το αυλάκι πάνω από τη γραμμή για το πότισμα των ελαιόδεντρων, τις τσιμεντένιες διακλαδώσεις του με τις μεταλλικές πλάκες για την αλλαγή της κατεύθυνσης. Όλα αυτά που έβλεπα και έπαιζα μικρός, που σε κάθε όνειρό μου μεγάλωναν και γίνονταν τεράστια, που αποκτούσαν σάρκα και οστά, μου μίλαγαν. Το τρένο με την κόκκινη μηχανή και τις κίτρινες οριζόντιες γραμμές, με τα 7-8 βαγόνια, που γνώριζα πως ακριβώς σφυρίζει όταν περνάει από το χωριό μας. Μπορώ ακόμα και σήμερα να θυμηθώ το σφύριγμά του, ίσως να μπορώ ακόμα και μετά από 30 χρόνια.
Θεώρησα χρέος προς τον εαυτό μου να το κάνω αυτό, με απασχολούσε αρκετά χρόνια η σκέψη αυτή. Ίσως, ποιος ξέρει, μετά από αρκετά χρόνια, κάποιοι γείτονες ή και τα παιδιά τους, να μπορούν να αναγνωρίσουν μέσα από αυτές, κάποιο κομμάτι του εαυτού τους. Ή να τους ξυπνήσει μια ανάμνηση. Νομίζω ότι όταν εννοούμε μνήμη, τουλάχιστον για εμάς τους απλούς ανθρώπους, κάτι τέτοιο εννοούμε. Δε δημιουργούμε πολιτισμό, δε γράφουμε χρυσές σελίδες, απλά συγκρατούμε με μικρές σκόρπιες αναμνήσεις μια μικρή ιστορία της γειτονιάς μας, που ίσως κάποια στιγμή (ποιος ξέρει), να δημιουργήσει ένα κοινό ρεύμα με άλλες και να γράψει μια άλλη, μεγαλύτερη. Μουσική: Απέλειπειν ο Θεός Αντώνιον, Δήμος Μούτσης

Σαν άξαφνα ώρα μεσάνυχτα
ακουστεί αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια
τα έργα σου που απέτυχαν
τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες
μη ανωφέλετα θρηνήσεις
Προπάντων να μην γελαστείς
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο
 
Μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχτείς
σαν έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος
σαν που ταιριάζει σε
που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη
Πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο
κι άκουσε με συγκίνηση
αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα
ως τελευταία απόλαυση τους ήχους
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου
κι αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις

Το καφενείο

Πήγα με τον πατέρα μου για φαΐ στο καφενείο του χωριού, δηλαδή του διπλανού χωριού, του Δρεπάνου. Αν και έχω ξαναπάει σε καφενεία, στα πλαίσια του συλλόγου ή κρασοκατανύξεων, ποτέ δεν έχω πάει σε καφενείο σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή: σαν μέλος μιας ομάδας ανθρώπων που ζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις παρυφές της κοινωνικής ζωής του χωριού, έστω σαν μόνιμος τακτικός παραθεριστής και επίσης σαν απόγονος των λαμπρών τέκνων του χωριού. Δηλαδή από λίγο έως πολύ ντόπιος. Οι θαμώνες επί το πλείστον γέροι, τραγιάσκα-ελαφρύ μπουφάν/ανοιξιάτικο οι μεγαλύτεροι, παραλλαγές οι νεώτεροι (στην ηλικία μου ο νεώτερος). Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας γύρω στα 20 και φάνηκε σαν τη μύγα μες το γάλα. Τα θέματα ενδιαφέροντος σε ένα καφενείο είναι τυπικά: αθλητικές εφημερίδες, πολιτική, πρέφα και φυσικά τηλεόραση, με ρεπερτόριο από σαπουνόπερες μέχρι ειδήσεις και αθλητικές εκπομπές. Κάποιοι πίνουν ελληνικό καφέ, κάποιοι φραπέ, κάποιοι άλλοι (εσχάτως) εσπρέσο (τρομάρα τους). Κάποιοι παίζουν πρέφα και τσακώνονται και αρχίζουν να φωνάζουν. Κάποιοι σηκώνουν γενικά τη φωνή, ιδίως όταν έχουν πιει και μερικές μπύρες και προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους στην ομήγυρη που παρακολουθεί με ενδιαφέρον την τηλεόραση. Κάποιοι νεώτεροι, πιο μάγκες, δεν έρχονται με το καθιερωμένο αγροτικό ή κλούβα ή παπί αλλά με R1100GS, με ανάλογο ντύσιμο και ύφος (οι βλάχαροι), προσπαθώντας να τονίσουν ότι τους χωρίζει πλέον ένας ωκεανός lifestyle με τους γηραιότερους θαμώνες. Μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι οι φωνές, τα σχόλια και οι βρισιές δίνουν και παίρνουν, τα τραπέζια γεμίζουν ποτήρια του καφέ, της μπύρας και για τους θεριακλήδες, ουίσκι/ κόκα κόλα, ώσπου να τελειώσει το παιχνίδι και να αρχίσουν να αποχωρούν προς τα σπίτια τους, μονολογώντας "μα είναι διαιτησία αυτή;" χωρίς καν να θυμούνται αν οι γυναίκες τους (ή και για άλλους οι μητέρες τους) έχουν βγει καν από το σπίτι για να συναναστραφούν.
Το καφενείο είναι ένα είδος πολιτισμού που αντιστέκεται, όσο υπάρχουν κάτοικοι στα χωριά για να το υπηρετούν. Ακόμα και με ένα θαμώνα, θεωρώ ότι ένα καφενείο θα συνεχίσει να λειτουργεί, απλά και μόνο για να διαιωνίζει τη φήμη του σαν σημείο συνάντησης του ανδρικού πληθυσμού μιας χώρας της οποίας η επαρχία καταπίνεται ταχύτατα από τη μαύρη τρύπα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

1.5.07

Βροχερή Πρωτομαγιά

Το πρωί ξύπνησα με τη βροχή. Η Κατερίνα μάζευε το σπίτι για το φαΐ το μεσημέρι. Τη βοήθησα λίγο να στρώσει και να συμμαζέψει. Περιμέναμε την Έλενα, μια φίλη που είχε γνωρίσει, πολύ αξιολόγη. Φάγαμε οι τέσσερις μας και μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι, άλλοι για να χαζέψουμε τη βαριά ατμόσφαιρα με τα χαμηλά σύννεφα και τη βροχή πάνω από τη θάλασσα και άλλοι για τσιγάρο. Κάποια στιγμή η βροχή σταμάτησε.
Προτείναμε ένα περίπατο με μια περιπατητική ομάδα έξω από τους Δουκάδες. Παρ' ότι η Έλενα δεν είχε περπατήσει ποτέ ιδιαίτερα, τα κατάφερε μια χαρά, δεν ήταν καν μονοπάτι, αλλά αγροτικός δρόμος. Αυτός κατέληγε σε μια κόψη ενός πολύ απότομου γκρεμού με ένα εκκλησάκι, του Αγίου Συμεών με θέα στη ραχοκοκκαλιά της Κέρκυρας και στα δεξιά τα λιμανάκια της Παλαιοκαστρίτσας. Η ατμόσφαιρα πάντα βαριά, τα χαμηλά σύννεφα σέρνονταν πάνω από τον Παντοκράτορα, το ψηλότερο βουνό της Κέρκυρας. Μόλις επιστρέψαμε στους Δουκάδες, καθίσαμε για μια μπύρα σε ένα από τα καφενεία, με τα συνήθη πειράγματα που ανταλλάσσουν όλοι μεταξύ τους. Η Έλενα πολύ ωραίος τύπος, την πείραζα συνέχεια, αλλά δεν παρεξηγούνταν.
Το βραδάκι πήγα με την Κατερίνα στο μπαρ Σταύλος, όπου μια γνωστή της από την Νότια Αφρική εξέθετε κάποια έργα της με θέμα την Αφρική. Αποτύπωνε την καθημερινή ζωή, τη διασκέδαση, τον τρόπο ζωής των γηγενών Αφρικανών, χωρίς όμως να έχει το αφελές φολκλόρ (η ίδια είναι "Αφρικάανερ", απόγονος των Ολλανδών που εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από μερικούς αιώνες). Χωριά ιθαγενών, αφρικάνικες μάσκες, ζώα του δάσους, όλα με πολύ ζωηρά χρώματα σε μαύρα περιγράμματα και γαλάζιο ουρανό, χωρίς να είναι όμως καθόλου κιτς. Η ίδια συμπαθέστατη, γλυκούλα, με το γιο της να κοπανιέται μέσα και έξω από το μπαρ. Δυστυχώς η Έλενα είχε αποχωρήσει από νωρίς, αφού είχε φτάσει μόλις το πρωί στην Κέρκυρα, θα μπορούσε να μας πει και αυτή τη γνώμη της.