29.12.04

Μέρα δύο

Ξύπνησα στις 09:00. Πήγα στην τραπεζαρία και κάθησα. Το φως ακόμα δεν είχε χαράξει. Απ' έξω ο αέρας σφύριζε. Μετά από δύο ώρες εμφανίστηκε η Μάγκα, και μετά από λίγο ο Όντουρ. Καθήσαμε και φάγαμε πρωινό. Συζητούσαν τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Το απόγευμα πήγα στον Σίγγι και τη Φρίδα. Πιάσαμε την κουβέντα για την πολιτική και συζητήσαμε για τον πρωθυπουργό και τις κομπίνες που κάνει, για τον όμιλο Μπάουγκουρ που προσπαθεί να επισκιάσει κάθε μέσο πληροφόρησης και οικονομική δραστηριότητα στη χώρα και ύποπτες εξαγορές αλυσίδων καταστημάτων στο εξωτερικό, για το φράγμα που χτίζεται στα ανατολικά φιόρδ. Το απόγευμα γνώρισα και το μεγάλο γιό της Μαρίας από το Πάτρεκσφιέρδουρ. Τι μπάχαλο που γίνεται σε αυτές τις οικογένειες! Ένας από τους γιούς του Σίγκι με γύρισε στο σπίτι. Εκεί υπήρχαν επισκέψεις. Ένας φίλος τους από το Έγκιλσστάδιρ στα ανατολικά ο οποίος κάνει πολλά χιλιόμετρα έιχε έρθει για επίσκεψη. Αυτός ασχολούταν με κάτι στο μηχανοκίνητο αθλητισμό που οι Ισλανδοί ασχολούνται αρκετά σοβαρά: 4Χ4 σε ταχείες αναβάσεις επάνω απότομες πλαγιές. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να φαρμακώνουν ουίσκια και βότκες. Είπα και εγώ ο κακομοίρης να πιώ καμιά μπύρα και αμέσως ήρθα αντιμέτωπος με την αποδοκιμασία των υπόλοιπων: don 't drink chicken drinks! Οι τύποι δεν παιζόνταν: καφεδάκι φίλτρου "υπερτροφοδοτούμενο" με βότκα! Καλά, όχι ότι έπιναν λιγότερους καφέδες όλοι μέσα στο σπίτι: η Μάγκα έφτιαχνε καθημερινά τουλάχιστον 4 κανάτες στην καφετιέρα, με 8 περίπου φλυτζάνια η κάθε μία. Με αυτόν τον καφέ γέμιζαν ένα θερμός που βρισκόταν πάντα έπανω στο τραπέζι της τραπεζαρίας. Έτσι, όποιος έμπαινε μέσα είχε πάντα ένα καφέ να τον ζεστάνει αφού έξω είχε φάει το κρύο της ζωής του.
Η συνάντηση έληξε κατά τις 3 το πρωί για εμένα με το στομάχι μου να ανακατεύεται. Οι άλλοι το συνέχισαν, αφού ήπιαν μισό ουίσκι και μισή βότκα με θέα την αρκτική νύχτα από το παράθυρο της τραπεζαρίας.

Πρώτη μέρα στην Ισλανδία

Την επόμενη το πρωί ξύπνησα και πήγα στο αεροδρόμιο. Η Μπολέτε με συνόδεψε μέχρι το σταθμό του τρένου. Το κρύο ήταν πάλι παρόν και η προσμονή να φτάσω στην Ισλανδία ακόμα μεγαλύτερη. Μετά από άλλες 3 και μισή ώρες πτήσης και με συνεχείς αναταράξεις λόγω του δυνατού νοτιοδυτικού ανέμου το αεροπλάνο προσγειώθηκε τελικά στο Κέφλαβικ. Στο αεροδρόμιο τα πράγματα ήταν ήσυχα. Βγήκα κανονικά, πήγα στο λεωφορείο και τακτοποιήθηκα. Η ώρα ήταν περίπου 3 και το σούρουπο είχε ήδη αρχίσει να πέφτει. Το λεωφορείο ξεκίνησε για το Ρέυκιαβικ και διέσχιζε το χιονισμένο τοπίο. Στο δρόμο Ρέυκιαβικ-Κέφλαβικ έχουν γίνει έργα διαπλάτυνσης του δρόμου για μπορέσουν κάποια στιγμή να λιγοστέψουν τα δυστυχήματα και έτσι σε ένα μέρος του δρόμου είναι δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση με βοηθητική. Στο σταθμό λεωφορείων του Ρέυκιαβικ έφτασα κατά τις 15:30. Εκεί με περίμενε η Μάγκα. Η καημένη, έκανε τόση χαρά! Φορτώσαμε τα πράγματά μου στο πίσω κάθισμα (αφού το πόρτ μπαγκάζ ήταν γεμάτο με διάφορες παλιατζούρες του γιού της) και ξεκινήσαμε. Περάσαμε όμως μια βόλτα από τη μητέρα και τον πατέρα της. Είχα εξ άλλου και ένα δώρο για αυτή. Χάρηκαν και αυτοί α λα Ισλανδικά και μου έκανε δωρο ένα ζευγάρι μάλλινα πλεκτά γάντια. Μετά πήγαμε να βγάλει χρήματα και ξεκινήσαμε. Ο δρόμος που περνά από το Χέτλισχεϊδι (το οροπέδιο στα νοτιοανατολικά του Ρέυκιαβικ και βασικός οδικός άξονας για το Νότο της χώρας)δεν ήταν στα καλύτερά του, θα μπορούσε όμως να είναι και χειρότερα. Οι ηλεκτρονικές πινακίδες έδιναν -3 βαθμούς και άνεμο γύρω στα 5 μ/δευτ. Ο πάγος τα είχε στρώσει για τα καλά και εμείς ταξιδεύαμε με περίπου 50-70 χλμ/ω. Είχε συννεφιά και όπως μου είπε η Μάγκα ήταν απίθανο σε αυτές τις συνθήκες να γίνει ορατό το βόρειο σέλας. Διασχίζαμε τις χιονισμένες ερημιές για αρκετή ώρα. Περνάγαμε σταυροδρόμια στη μέση του πουθενά, που και που κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο μας προσπερνούσε σηκώνοντας χιονοθύελλα με τα καρφιά από τα λάστιχά του. Προσπεράσαμε το Σέλφος, το Λάουγκαρβάτν και μετά από 10 χιλιόμετρα στρίψαμε αριστερά για να ανεβούμε στο σπίτι της Μάγκα που βρίσκεται επάνω στον εθνικό δρόμο, αν μπορεί βέβαια να χαρακτηριστεί σαν τέτοιος. Εκεί σταμάτησε για να κοιτάξει το γραμματοκιβώτιο και να πάρει τα γράμματά της. Με το που μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε ταχύτητα για να φύγει, αλλά με λάθος άφημα του συμπλέκτη το αυτοκίνητο έσβυσε λόγω του αρκετού χιονιού που υπήρχε στην έξοδο του δρόμου, και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν έδειχνε και διάθεση να πάρει και μπρος! Πήρε τηλέφωνο το μικρό της γιό Κρίστιν ο οποίος ήταν στο σπίτι, μερικές δεκάδες μέτρα πιό πάνω από εκεί που είχαμε κολλήσει. Ο γιός της, οδηγός μηχανημάτων γαρ εμφανίστηκε με ένα παμπάλαιο Ρέηντζ Ρόβερ και στάθηκε μούρη με μούρη με το μισοσάπιο στέισιον Σουμπαρού Λέγκασυ που είχαμε έρθει. Έφερε ένα σετ καλώδια μπαταρίας και τον βοήθησα να τα συνδέσει στους πόλους της μπαταρίας, ενώ το παγωμένο αγιάζι διαπερνούσε τα πουλόβερ μας και μας γέμιζε με παρασυρόμενο χιόνι. Με τα πολλά, έβαλε μπρος το αυτοκίνητο, έβαλε κοντό σαζμάν στην τετρακίνηση και με μερικές προσπάθειες κατάφερε να το ξεκολλήσει και να ανέβει την στρωμένη με αρκετό χιόνι ανηφόρα που οδηγεί στο σπίτι τους. Φέραμε τα πράγματα μέσα στο σπίτι και κάθήσαμε λίγο να ξεκουραστούμε. Σε καμιά ώρα μετά ήρθε και ο Όντουρ που ήταν από τις αρχές των γιορτών στην Ισλανδία από τη Σουηδία, που μένει μαζί με την αρραβωνιαστικιά του στην πόλη Ούμεο. Χαιρετηθήκαμε και προσπαθήσαμε να μιλήσουμε λίγο καθ' ότι τα αγγλικά του δεν ήταν και τα καλύτερα δυνατά. Η Μάγκα ήταν εξαντλημένη από την κούραση, ήταν από τις 5 το πρωί στο πόδι, είχει πάει στο γιατρό, είχε φτιάξει φαΐ στον Κρίστιν, είχε έρθει στο Ρέυκιαβικ για δουλειά, είχε παραλάβει εμένα, είχαμε πάει επίσκεψη στη μητέρα της, είχε οδηγήσει 2 ώρες πίσω, νομίζω ότι όλα αυτάα ήταν αρκετά για να κουραστεί κανείς, δεδομένου ότι το ένα χέρι της ήταν μπανταρισμένο από το γυαλί που είχε σφαχτεί στις αρχές του μήνα και λίγο έλειψε να της κοστίσει τις κινήσεις του δαχτύλου της. Μου έστρωσε όπως-όπως το κρεβάτι και πήγε για ύπνο. Και εγώ ήμουν κουρασμένος εδώ που τα λέμε. Έπεσα για ύπνο. Η επόμενη θα ξημέρωνε με την πρώτη μέρα-νύχτα μου στην Ισλανδία, ξανά μετά από δύο χρόνια και έξι μήνες.

27.12.04

Φεύγω

Λοιπόν, γύρισα. Έλειπα για την νέα χρονιά, και επέστρεψα. Τι να κάνω; Να ξεκινήσω να γράφω το ημερολόγιο...
27/12/04: Αναχώρηση από Ελλάδα. Ο Λύμπερο με πήγε στο αεροδρόμιο. Μετά από 3 και μισή ώρες άγχους από της παραμονή μου σε εχθρικό περιβάλλον το αεροπλάνο πάτησε επιτέλους τις ροδίτσες του στην Κοπεγχάγη. Μόλις κατέβηκα με περίμεναν ο Λάσσε και η Μπολέτε, και οι δυό τους παρακαλώ! Είχε κρύο (0 ή -1) και ομίχλη εκεί. Τι να πω, τα παιδιά χάρηκαν πολύ που με είδαν! Με πήραν με το αυτοκίνητο του Μαυρίκιου και με πήγαν μία μικρή βόλτα γύρω από κάποια βασικά αξιοθέατα. Στο τέλος φτάσαμε στο λιμάνι όπου στην απέναντι όχθη και μέσα στην ομίχλη δέσποζε η καινούργια λυρική σκηνή της Κοπεγχάγης, η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, που ανοίγει στις 15 Ιανουαρίου και ο Λάσσε θα παίζει εκεί. Μετά πήγαμε σπίτι, άφησα τα πράγματα και πήγαμε αμέσως για φαΐ, σε ένα ιταλικό εστιατόριο που είχε ανακυρηχτεί το καλύτερο την προηγούμενη χρονιά. Τι να πω, τα παιδιά με καταϋποχρέωσαν. Μετά, πήγαμε για μια μπύρα δίπλα στο σταθμό και στη συνέχεια στο μπόουλινγκ όπου τους κέρδισα παρακαλώ! Ναι, μπορώ να πω ότι ήταν μία καλή παραμονή στην Κοπεγχάγη. Μου είπαν ότι το καλοκαίρι θα έρθουν εδώ. Μάλλον πρέπει να είχαν ξετρελλαθεί με την Ελλάδα. Κατά τις δώδεκα και μισή πήγαμε στο σπίτι για ύπνο.