27.10.08

Αποκατάσταση

Συχνά-πυκνά, πηγαίνεις στα πάτρια εδάφη. Στο πατρικό σπίτι, όπου όλα παραπέμπουν σε προηγούμενα χρόνια ή δεκαετίες. Και η ατμόσφαιρα παραμένει πάντα η ίδια. Και τα πρόσωπα, το ίδιο. Μόνο που ο χρόνος τα διαβρώνει. Χαμόγελα χωρίς ζεστασιά, χλιαρές αντιδικίες. Γιατί, εξ' άλλου; Κούραση να τσακώνεσαι, κούραση και να προσποιείσαι ότι όλα πάνε καλά.
Κηρύγματα. Τότε, μαθήματα και βαθμοί. Τώρα, άλλα. Ελλείψει ουσιαστικών προβλημάτων, όλα ανάγονται σε ζητήματα πιο ευτελή. "Γιατί με την κατσαρόλα που σου πήραμε κάθεσαι να βράζεις χόρτα, ενώ μπορείς να μαγειρεύεις τόσο ωραία φαγητά;" "Γιατί δεν έκλεισες ραντεβού με το πλακά την Πέμπτη; Τα σωμόν που διάλεξες δεν ταιριάζουν με αυτή τη μπανιέρα".
Υπάρχουν και άλλα πεδία συζήτησης, όπως η αποκατάσταση. Μεταξύ σιδερώστρας και σφουγγαρίστρας. Γνωστή αργόσχολη, έκανε την τύχη της με μέτριο γάμο. Και κυρία πλέον, στο σπίτι της, καμαρώνει. "Πως μπορεί οι ηλίθιοι να αποκαθίστανται τόσο εύκολα;" "Και εσείς που έχετε μυαλό, όχι;" Οι απόψεις αντανακλούν συγκεκριμένη οπτική, οπότε δημιουργούνται απορίες:
- η "αποκατάσταση" ορίζεται σαν το σύνολο των αντικειμένων που εξοπλίζεται ένα σπίτι από Notos Home, Sotrek, Δια χειρός Βαράγκη και ΙΚΕΑ και κουβαλιώνται με τζιποειδές πολλών κυβικών; Ανάμεσα στους καναπέδες και τις κουρτίνες, υπάρχει χώρος για ανθρώπους; Αν ναι, τι είδους; Ηλίθιους ή έξυπνους;
- αν η αποκατάσταση είναι όντως αυτό και οι ηλίθιοι, αυτοί που το πετυχαίνουν με το λιγότερο κόπο, τότε οι έξυπνοι ποιοι είναι; Και η εξυπνάδα τους, τελικά, σε τι συνίσταται; Μάλλον θα είμαι από τους έξυπνους.

Επίσκεψη στο πατρικό είναι η ανταλλαγή νέων που δε μπορούν να ειπωθούν από το τηλέφωνο. Ποτέ διάλογος σε στρογγυλή τράπεζα. Μόνο τετ-α-τετ. Όπως σε διαδρόμους επιχείρησης. "Πως πάει η δουλειά;" "Καλά". "Δηλαδή, τι καλά;" "Ε, καλά". "Αυτό, μόνο;" "Δηλαδή, τι άλλο περισσότερο;". Οι προαγωγές, τα μπόνους και οι δυσμένειες πήραν τη θέση των βαθμών, των απουσιών και των αποβολών.
Νέα θεωρούνται μόνο τα οικονομικά ή η χαρτούρα. "Πήγες στο κτηματολόγιο;" "Τι περιμένεις, να γίνει χαμός στο υποθηκοφυλακείο;" Τα υπόλοιπα παρακάμπτονται συγκαταβατικά. "Ε, εντάξει τώρα, μια χαρά, είσαι, τι θέλεις τώρα;" Ίσως να 'ναι και έτσι.
Μετά τις ανταλλαγές νέων, ο καθένας απομονώνεται. Σε τηλεόραση, υπολογιστή ή σταυρόλεξο. Αλλά πάντα όλοι μαζί. Στη σιγή. Που και που, κάποιος σηκώνει το βλέμμα για να σχολιάσει κάτι στην τηλεόραση. Πως σπάει η σιγή; Με μουσική; Όχι. "Θα θυμάμαι πάντα, τα μάτια του φίλου μου να ακολουθούν σαν πουλιά, τις γραμμές του τρένου..." "δε σταματάς σε παρακαλώ το τραγούδι;" "γιατί;" "Δεν καταλαβαίνεις ότι μας ενοχλεί εμάς τους υπόλοιπους;".
Στο λιτό ρολόι της κουζίνας, οι ώρες κυλάνε αργά. Η μετάβαση από σπίτι στο πατρικό, γίνεται για να σπάσει η ατελείωτη σιγή. "Τι πράμα βρε πουλά μου,να κάθεσαι εκεί, στου διαόλου τη μάνα;". Όταν τελικά γλιτώσεις από του διαόλου τη μάνα, σου την έχουν στημένη πυροβολισμοί εξολοθρευτών, ετυμηγορίες δημοσιογράφων, ιαχές γηπεδούχων και νιαουρίσματα πρωινούδων.
Σιγή, λοιπόν;
Όχι:Εξώστης - Στέρεο Νόβα

14.10.08

Ανάκαμψη

Γουλ Στρητ Τζέρναλ, Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, οι ελληνικές εφημερίδες, όλοι περιχαρείς: οι αγορές ανέκαμψαν. Μετά από την αβεβαιότητα των τελευταίων 2 εβδομάδων, την πρώτη ηλεκτρονική κατάρευση οικονομίας κρατικής οντότητας (Ισλανδία), κρατικοποιήσεων τραπεζών, επανερχόμαστε. Και τώρα, τι;
Έχω κλάσει μέντες: τα βλέμματα όλου του πλανήτη, στραμμένα στο Παρίσι όπου συνεδρίαζαν ε κ τ ά κ τ ω ς οι αρχηγοί των κρατών της Ευρωένωσης (και ο Χοντρός μαζί τους, έτοιμος να την πέσει στο μπουφέ με τα φαγιά και τα ξύδια). Και αποφάσισαν. Και ιδού η ευτυμηγορία τους: "να στηρίξουμε τις τράπεζες με 1,4 τρισεκατομμύρια ευρώπουλα που έχουν ανάγκη γιατί αλλιώς θα καταρεύσουμε όλοι". Και τις στήριξαν. Με ποιανού χρήματα; Με τα χρήματα των λαών. Ποιών λαών; Των κοιμισμένων, φυσικά! Της σιωπηλής πλειοψηφίας. "Ε, σιγά ρε, αφού παίζει ακόμα η τηλεόραση και αποχαυνώνομαι, τίποτα δεν συμβαίνει". Ευτυχώς, ο Αλογομούρης (Υπουργείο Ιπποδρόμων και Γαμημένων Ομολόγων) έπαιζε πιάνο για να καθησυχάσει τους επενδυτάς: "εδώ τα καράβια μπορεί να χάνονται, οι βαρκούλες όμως αρμενίζουν. Οι καταθέσεις του Έλληνος τηλεθεατή δε διατρέχουν κανένα κίνδυνο. Επιστρέψτε φρόνιμα στις καμπίνες σας και κοιμηθείτε ήσυχοι".
ερτ τελεία τζι αρ: "Οι «χρυσές» αμοιβές των τραπεζιτών φαίνεται πως προκάλεσαν τόσο την κοινή γνώμη στην Αγγλία, όσο τις επικρίσεις του Βρετανού πρωθυπουργού, Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος μίλησε για «απληστία» και «ανεύθυνη και αλαζονική συμπεριφορά», καθώς καταγράφονται ως μια από τις αιτίες για τη δεινή κατάσταση στην οποία περιήλθε το τραπεζικό σύστημα της Αγγλίας."
Έλα ντε.
Έπεσαν από τα σύννεφα.
Ο κόσμος το 'χε τούμπανο και 'μεις κρυφό καμάρι.
Οι "επενδυτές" ανά τον κόσμο, τα "γκόλντεν μπόιζ", οι λοιμοκοντόροι που παζαρεύουν αέρα κοπανιστό και τους χαριεντίζουν σε σαπουνόπερες, δελτία ειδήσεων και πρωινάδικα σαν πρότυπα "επιτυχημένου" άντρα, πήραν παράταση ζωής και τίμησαν την εμπιστοσύνη των κολλητών τους στις πολιτικές καρέκλες για τις γενναίες αποφάσεις ανεβάζοντας τους Νικκέι, τους Ναζντακ, τους ΦουΤΣΙ, τους ΚΑΚ και τους ΝΤΑΞ. 'Νταξ', μωρέ! Και τι έγινε; Αφού υπάρχει κάποιος μαλάκας στο φινάλε να πληρώνει, γιατί όχι; Προλαβαίνουμε να τσεπώσουμε μερικά ακόμα. Αλλά πριν, ας πάμε στην Καλιφόρνια όλα τα μπουμπούκια μαζί της American International Group (AIG) παρεούλα, με τα λεφτά της έκτακτης επιχορήγησης από τους αμερικάνους φορολογούμενους. Εξεκιούτιβ, τσάνελ, ακάουντ, μπιντ, προντακτ, πρότζεκτ, ινγκέιτζμεντ, ρηζόρσιζ, ακτινγκ: υπάρχει τέλος πάντων, κανείς που να παράγει κάτι μέσα σε όλη αυτή την σφηκοφωλιά, κάτι χειροπιαστό; Εγώ πάντως καυλώνω με το ινγκέιτζμεντ, γιατί πάει χέρι-χέρι με το γουέντινγκ.
Από το laissez-faire του 19ου αιώνα, στο Θατσερισμό και το Ρηγκανισμό της δεκ. του '80, καθώς επίσης και στους εδώ ιεραπόστολους (Ανδριανόπουλος, Μάνος, Δούκας, Αλογοσκούφης, Παπαντωνίου) τίποτα δε στάθηκε εμπόδιο στους καρχαρίες (και τα μικρότερα ξαδέρφια τους, τα καρχαρίνια) να τρώνε τα πάντα, και τα μικρότερα και τα μεγαλύτερα φιλέτα. Εδώ και 20 χρόνια παπαριάς της οικονομίας της αγοράς, της καραμέλας του φιλελευθερισμού (καλά, το "ασυδοσία" δεν το είχε συμπεριλάβει κανείς στην εξίσωση;), της "αυτορρύθμισης", η βάρκα έμπαζε νερό, αλλά κανένας δεν ενδιαφερόταν να δει από που. Ο καραγκιόζης ο Σόρος, αφού τα έβγαλε καλά τότε με το κραχ του '87, τώρα βγαίνει και λέει ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα έλαβε «πολύ περισσότερη σημασία στην παγκόσμια οικονομία» και τώρα που ταλαντεύεται θα ακολουθήσει μια νέα ρύθμιση και «θα καταστεί λιγότερο επικερδές». Τι λε ρε τρόμπα! Αφού τα άρπαξες και εσύ μούτρο, τώρα τα βρίζεις. Το χρήμα δεν αλλάζει, όπως και τα σκατά. Μόνο οι μύγες που κάθονται επάνω τους.
Έκτακτο παράρτημα: Τρεχάτε, χριστιανοί! Το Φόρμπς δημοσίευσε το νέο κατάλογο των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου και τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: ο Γουώρεν Μπάφετ εκθρόνισε το Μπιλ Γκέητς στην κορυφή των φραγκάτων! Ναι, αμέ! Και τώρα πως θα κανονίσω τα του οίκου μου; Είχα τρελή πρεμούρα και κάψα. Φιλάνθρωποι λεφτάδες, ωραία κάστα: άντε και γαμηθείτε.
Ουφ, ώρα να χαλαρώσω, να ρίξω τους τόνους. Θα χτυπήσω μια ένεση ρευστότητας, μήπως και μου 'ρθει επενδυτική τσίρλα. Τη συνταγή μου τη χορήγησε ο Δρ. Ζαν-Κλωντ Τρισέ.
Γαλήνιο φινάλε: "τα πράγματα φαίνονται όμορφα από την κορυφή του καταρτιού ενός ιστιοφόρου." Από το ήρεμο Σαββατοκύριακο στα πάτρια εδάφη. Επίσης, είδα τα μαλλιά της κεφαλής μου για πρώτη φορά από αυτή την οπτική, δεν το περίμενα ότι θα έβγαινε κάτι τέτοιο.
Κομμάτι της ημέρας: Motorhead, "Eat the Rich".

6.10.08

Σαββατοκύριακο στη Γκιώνα

Εδώ και 2 εβδομάδες περίπου, είχα αποφασίσει να συμμετέχω στην εκδρομή του ορειβατικού συλλόγου στη Γκιώνα. Η εκδρομή περιλάμβανε σύντομη ανάβαση 1-1,5 ώρας από τα Μνήματα στη Βαθιά Λάκκα το Σάββατο, διανυκτέρευση στις σκηνές και την επόμενη διάσχιση του ρέματος της Ρεκάς, αφήνοντας την Πυραμίδα της Γκιώνας δεξιά. Ένας τελευταίος έλεγχος σε επιλεγμένες διαδικτυακές σελίδες του καιρού το πρωί του Σαββάτου, για να σχηματίσω την (προσωπική μου) πρόγνωση για τις παρακάτω συνθήκες (μιλώντας για πάντα τις "αστικές" και υπαίθριες" προγνώσεις, αγνοώντας την αστάθεια και αδυναμία πρόβλεψης του καιρού σε ένα βουνό): επέλαση μετώπου κακοκαιρίας το βράδυ Σαββάτου προς Κυριακή από δυτικά προς ανατολικά στο ύψος της Κεντρικής Ελλάδας με έναρξη βροχόπτωσης στο διάστημα 00:00-03:00 Σαββάτου προς Κυριακή και στη συνέχεια ισχυρούς ανέμους κυρίως στην Ανατολική Ελλάδα με μεγάλη πτώση θερμοκρασίας.Άφιξη στην αρχή του μονοπατιού: 13:00 Σαββάτου. Ξεκίνημα πεζοπορίας: 14:00. Φτάσαμε στο σημείο που θα διανυκτερεύαμε κατά τις 16:00, σε ένα μικροσκοπικό λιβάδι λίγο πιο κάτω από τη Βαθιά Λάκκα και μεταξύ της και της κορυφής Βούτσικα, με τον καιρό πολύ συννεφιασμένο με αρκετό κρύο και αέρα. Μόλις στήσαμε σκηνές, άρχισε η βροχή, κατά τις 17:00. Μπήκαμε στις σκηνές και τσιμπήσαμε κάτι λουκάνικα, τυριά, ψωμιά κτλ. Στις 19:00 σταμάτησε η βροχή και οι υπόλοιποι που δεν είχαν φάει, έβγαλαν τα καμινέτα και τις κατσαρόλες έξω, όπου πλέον είχε αρχίσει να κάνει ακόμα περισσότερο κρύο. Ο Πέτρος και εγώ (υπήρχε και η Βάσω, η τριάδα της σκηνής μας) που μέναμε στη σκηνή μαζί, πέσαμε για ύπνο, ναρκωμένοι από το φαΐ και το κρύο. Η Βάσω έκανε παρέα στους υπόλοιπους που έτρωγαν έξω. Κατά τις 22:00 αρχίζει μια καταιγίδα με αέρα (αλλά ευτυχώς χωρίς κεραυνούς), η οποία σταμάτησε περίπου στις 01:00 προς Κυριακή. Αλλάξαμε τη φορά που κοιμόμασταν (δεν είχαμε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου) για να μην τρώμε στα μούτρα τη σκηνή που λύγιζε από τον αέρα. Πλέον όμως το χώμα είχε μαλακώσει πολύ από τα καντάρια νερού που έπεφταν και τα πασαλάκια ήταν πολύ λεπτά για να κρατήσουν τη σκηνή στον αέρα. Τότε ο Πέτρος ντύθηκε και βγήκε έξω, προσπαθώντας να ξαναστήσει όπως μπορούσε τα διάφορα μέρη που έφευγαν, με τη βοήθεια του Βασίλη ο οποίος ήταν σε εγρήγορση, εν όψει της προετοιμασίας του για το Aconcagua, στο οποίο θα προσπαθήσει να ανέβει τον Ιανουάριο. Παρέμεινα μέσα προσπαθώντας να συγκρατήσω με το βάρος μου τη σκηνή, την οποία δεν στήριζε πλέον σχεδόν τίποτα, μέχρι να τη συμμαζέψει. Κατά τις 02:00 περίπου τελείωσε, μπήκε μέσα και κατάφερα να κοιμηθώ επιτέλους για 2,5 ώρες, η μοναδική ώρα που κοιμήθηκα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί. Ο ύπνος κράτησε μέχρι περίπου τις 04:15, οπότε πλέον οι πανίσχυρες ριπές του ανέμου είχαν αρχίσει να κάνουν τη σκηνή έρμαιο του ανέμου και του χιονόνερου που έπεφτε κατά διαστήματα. Ο άνεμος πρέπει να είναι μάλλον ο χειρότερος που έχω αντιμετωπίσει, ίσως ο καιρός της Ισλανδίας να τον ξεπερνούσε, και αυτά όχι σε κάποιο δεδομένα δύσκολο, ψηλό βουνό της χώρας και του εξωτερικού, αλλά σε υψόμετρο μόλις 1800 μ. Ο αέρας λυσσομανούσε σα δαιμονισμένος. Τα βράχια που υψώνονταν λίγο πιο πίσω μας, προσφέροντας κάποιο ελάχιστο απάγκιο (;) μούγκριζαν από τον αέρα σαν τζάμπο σε απογείωση. Στη συνέχεια, μόλις ο θυελλώδης δυτικός άνεμος υψωνόταν από την Πλάκα της Συκιάς μερικές δεκάδες μέτρα, κατέβαινε σαν βόμβα προς τα κάτω, προς τη μικρό λιβάδι που είχαμε κατασκηνώσει. Η οροφή της σκηνής στις ριπές κατέβαινε μέχρι τη μούρη μας, χτυπώντας μας με τις μπανέλες διαρκώς. Πλέον ο ύπνος ήταν αδύνατος. Δυστυχώς έπρεπε να υπομείνουμε τη διαδικασία αυτή μέχρι το πρώτο φως της ημέρας, οπότε και να πάρουμε το δρόμο της (άτακτης) επιστροφής. Κατενάτσιο δηλαδή, μέχρι πρωίας, με την κατάσταση της σκηνής να επιδεινώνεται και το ηθικό μας να πέφτει συνεχώς, τυλιγμένοι μέσα στους υπνόσακους μας, προσπαθώντας να μείνουμε τουλάχιστον στεγνοί και ζεστοί. Περίπου στις 05:30-06:00, ο αέρας είχε πλέον ξηλώσει το κάλυμμα της σκηνής, κάνοντας το καραμπίνερ με το οποίο κράταγε η Βάσσω το κάλυμμα, άχρηστο. Αφού κάποια φραστική αντιπαράθεση μεταξύ εμένα και της Βάσσως είχε αρχίσει σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης, μάζεψα όπως-όπως τον υπνόσακο και αναζήτησα κατάλυμα στη σκηνή του Μενέλαου, προσπαθώντας να ανακτήσω δυνάμεις για το κακήν-κακώς μάζεμα και επιστροφή. Νομίζω ότι πρέπει να κοιμήθηκα για 10-15 λεπτά, και βλέποντας το φως να ξημερώνει έξω, σηκώθηκα και πήγα στη σκηνή, παρακινώντας τον Πέτρο να σηκωθούμε να φύγουμε. Η σκηνή μας πλέον είχε γίνει γιρλάντα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην έχει σκιστεί, οι μπανέλες στραβωμένες από τα αλύπητα χτυπήματα των ριπών του ανέμου, ολόκληρο το βράδυ. Ήμουν πλέον 14 ώρες μέσα στο αντίσκηνο και τα νεύρα μου είχαν σπάσει, μη μπορώντας να το κουνήσω ρούπι από το αγιάζι. Μέσα σε 10' τα είχαμε μαζέψει και εξαφανιστήκαμε στο μονοπάτι της επιστροφής, τρεκλίζοντας και παραπατώντας εν μέσω εκρηκτικών ριπών και ελαφρού χιονόνερου.
Μόλις φτάσαμε, κοινή συνισταμένη και των τριών συνοδοιπόρων (στο βουνό και στο δρόμο) ήταν να βρεθούμε στα σπίτια μας για ξεκούραση το συντομότερο δυνατόν. Εκτός από μια στάση στην Άσκρη Βοιωτίας για να χαιρετήσουμε τον πρώην πρόεδρο του Συλλόγου, πήγαμε καρφί στο Σχηματάρι για να πάρω το αυτοκίνητό μου. Πήγα στους γονείς μου στη Χαλκίδα και έπεσα εξαντλημένος για ύπνο. Ξύπνησα στις 22:30, αλλά τα πόδια μου δε με βάσταγαν και πολύ και έτσι ξαναπεσα για ύπνο, ξυπνώντας κατά τις 06:45 (χωρίς ξυπνητήρι) για να πάω στο γραφείο, σχεδόν απ' ευθείας από Χαλκίδα.